30/12/2017

Παραμονή Πρωτοχρονιάς στο Λιθόστρατο

Αγγελοδιονύσης Δεμπόνος

Γράφτηκε από τον

Βαθμολογήστε αυτό το άρθρο
(3 ψήφοι)

Για τους Ευρωπαίους ο Άη - Βασίλης τους, ο PERE NOEL, έρχεται από τη Λαπωνία. Για τη ρέστη Ελλάδα από την Καππαδοκία. Για τους Κεφαλονίτες όμως από το «Λιθόστρατο» του Αργοστολιού!...

Να εξηγιώμαστε!... Το παλιό Λιθόστρατο τίμαε το όνομα του και τη φήμη του! Ένας δρόμος ούτε χίλια μέτρα, κόψε τον στη μέση για να λογαριάσεις το εμπορικό του τμήμα και πάλι ξεκαθάρισε τις άκρες που μένανε νεκρές και θα χεις ένα κομμάτι όχι περισσότερο από τριακόσια μέτρα, όσο έπιανε από την εκκλησιά του Σωτήρα(2) μέχρι την Πλατεία του Αγίου Σπυριδώνου(3).

Ήτανε, πάντα μιλάω για πριν από το σεισμό, ένας δρόμος παράξενος και στην όψη και στη σύνθεση. Όχι πιο πλατύς από 4-5 μέτρα, στρωμένος όλος με κάτασπρους κυβόλιθους που του χαρίσανε το όνομά του (γιατί ποιος τον ήξερε «Οδός Διαδόχου Κωνσταντίνου;») και του δίνανε μια λάμψη και μια πάστρα χαρακτηριστική, με τα πεζοδρόμιά του και εκείνα στρωμένα με κάτασπρες πλάκες και άσπρα κρασπεδόρειθρα. Κανένα του πεζοδρόμιο δεν ήταν το ίδιο πλατύ με το διπλανό του και κανένα μαγαζί όμοιο με το γειτονικό του. Κάθε τετράγωνο έκανε και μια κλίση, έτσι που ο δρόμος γενικά να χει την όψη φιδιού, με τις οικοδομές που πότε πετιόντανε μπροστά σου, πότε σε παραπλανούσανε στις στροφές. Η οπτική σου γραμμή κοβόταν στα τριάντα μέτρα, σαν να θελε ακριβώς ο δρόμος ετούτος να σε καταπλήξει με τις χάρες του και τις παραξενιές του!

Όμορφες οικοδομές πλαισιώνανε το τμήμα ετούτο, όπως η οικοδομή του Πινιατώρου, η Μαρκετέϊκη, το τριώροφο Δεστούνη, το αρχοντικό του Τρίτση, το άλλο Δεστουνέϊκο δίπλα στο παλιό Σχολαρχείο που στέγασε αργότερα τη λέσχη των Ελευθεροφρόνων.

Η εκκλησία του Σωτήρα, ο Άγιος Σπυρίδωνας και το μοναστήρι των Φραγκοπαπάδων(4) ήτανε πάνω σ' αυτό κομμάτι του δρόμου. Μα και τα δευτερότερα σπίτια, οικοδομές νεότερες, είχανε τη χάρη και την ομορφάδα τους. Ίσως μάλιστα η αρρυθμία σε πολλά από αυτά, κτίσματα νεοπλουτισμού των αστών του μεσοπολέμου, να αποτελούσε τη ζωντανή καμπύλη που απεικόνιζε την οικονομική εξέλιξη της Αργοστολιώτικης Κοινωνίας. Οι ένοικοι στα απανωχτίσματα νοικοκυραίοι αστοί, και κάτου στα ισόγειά τους λογής - λογής μαγαζιά. Παππουτσάδικα, ραφτάδικα, εμπορικά, καπελάδικα, ψιλικατζίδικα, φωτογραφεία, κουρεία, ζαχαροπλαστεία, γυαλάδικα. Ένα ανατολίτικο παζάρι σε ένα στενό δρόμο τριακόσια μέτρα απόσταση. Και όχι φτωχομάγαζα. Εδώ μπορούσες να αγοράσεις πιάτα «Τζόνσον», σεβιότες «Ουίλσον», καπέλα «Μπορσαλίνο», λουστρίνια «Μπρίστολ», πορσελάνες Γαλλίας, κρύσταλλα Βοημίας, ρολόγια χειροφτιαχτά Ελβετίας, αρώματα Παριζιάνικα....(5)



Όλα τούτα τα μαγαζιά με την αξιόλογη εμπορική κίνηση και την εκλεκτική πελατεία τα κρατούσε το χρήμα που έμπαινε «απ' έξω». Και που μετουσιωνόταν στο ζωογόνο αίμα που συντηρούσε το νησί.

Τη μέρα ο δρόμος πλημμύριζε από αγοραστές. Και το βράδυ σαν έπεφτε το σύθαμπο από σουλατσαδόρους(6). Γιατί ετούτη η περιοχή ήταν ο τόπος που επροτίμαε η νεολαία να κάνει τον περίπατό της. Μόλις ανάβανε τα φώτα, ο δρόμος και τα πεζοδρόμια έπηζαν από περιπατητές, γυμνασιόπαιδα, μοδιστράκια, τσαγκαρόπουλα, σκολιαρούδια, καπελούδες. Για τροχοφόρα ούτε κουβέντα να γίνεται, γιατί εκτός που τα χρόνια εκείνα ήταν ελάχιστα, ο δρόμος ετούτος ήταν αποκλειστικά για τους πεζούς. Ούτε κάρο δεν επιτρεπότανε να διαβεί, εκτός όταν έφερναν τα εμπορεύματα από την ντουγάνα(7). Να περάσει και να φύγει αμέσως... Μια μεγάλη ταμπέλα στου Σαβοστιανού το σπίτι, εκεί απέναντι από το Μονοπώλιο, το θύμιζε στους αφηρημένους και ανέφερε και την ποινή που θα είχε ο παραβάτης που θα αποτολμούσε με το τροχοφόρο του να παραβιάσει τον παράδεισο ετούτο των πεζών!

Σ' αυτό τον δρόμο κατέβαινε ο Αργοστολιώτης για να αποδιώξει τον Παλιό Χρόνο και να υποδεχτεί τον Καινούργιο.

Από μία βδομάδα πριν άρχιζε η προετοιμασία. Τα πρώτα ζιμπίλια(8) με τα τριζόνια(9) εμφανιζόντανε αμέσως μετά του Χριστού. Εκθέτανε το εμπόρευμα κατά γης στις γωνίες των πεζοδρομίων και περιμένανε τους πελάτες. Ετούτοι τα εξετάζανε με μεγάλη προσοχή. Ήτανε τριζόνια με μια ρόδα, με δυο και με τρεις. Τριζονάκια για μικρά παιδιά και τριζονάρες που για να τις στρίψεις έπρεπε να χεις μπράτσα και να σαι και καλοφαομένος. Μερικά κάνανε ένα ρυθμικό χτύπο σαν πολυβόλο, άλλα σαν κροτίδες, κάποια χτυπούσαν σαν δαιμονισμένα σαν πινιάτες(10) και ξεσηκώνανε ολόκληρη τη γειτονιά...

Έπειτα... ήτανε οι σφυρίχτρες. Ποια θα δώσει τον πιο δυνατό ήχο, το πιο οξύ σφύριγμα που να τρυπάει το αφτί. Τον πιο έντονο θόρυβο που δεν είχε καμία σχέση με μουσικό φθόγγο. Σφυρίχτρες γαλατάδικες και σφυρίχτρες χωροφυλακίστικες, σφυρίχτρες προσκοπικές και καραμούζες καρναβαλιού επιστρατευόντουσαν. Φλογέρες και σουραύλια και τσαμπούνες με λάστιχο ή με έλασμα. Ακόμα και τυφλοί σωλήνες, φτάνει το σφύριγμα τους να τανε οξύ, διαπεραστικό, έντονο και όσο μπορούσε διακριτικό. «Σουρίχτρες» που δεν είχανε άλλο προορισμό παρά να «σουρίζουνε» σαν ερπετά έντονα και προκλητικά και να σηκώνουνε όσο σούσουρο (θόρυβο ήθελα να πω) γινότανε περισσότερο!

Βέβαια οι τυχεροί είχανε τους «κόρνους». Μα ετούτοι ήτανε λίγοι. Οι κόρνοι ήτανε τεράστια κοχύλια που τα ανοίγανε στην κορυφή και με ένα επιδέξιο σφύριγμα δίνανε ήχο σαν του παπόρου τη σφυρίχτρα.

Κάθε επινόηση που μπορούσε να αποβεί πρόκληση στην ακοή ήτανε ευπρόσδεκτη. Και ο τυχερός που την σκαρφιζότανε έβρισκε άξιους μιμητές την ίδια ώρα.

Μα το μεγάλο γλέντι της παραμονής ήτανε οι ψεκαστήρες(11). Ο κάθε περιπατητής της βραδιάς, σερνικός ή θηλυκός, μεγάλος ή μικρός, πλούσιος ή φτωχός, άρχοντας ή δουλευτής, είχε στην τσέπη του καταχωνιασμένο εκείνο το στρογγυλό μεταλλικό σύνεργο που δεν ήτανε πιο μεγάλο από δεκάρικο και που γιομάτο κολόνια μπορούσε να την εξακοντίζει τρία μέτρα μακριά. Στόχος του τα μάτια του αντίθετου περιπατητή. Αν ήταν και μάτια ετερόφυλα τόσο το καλύτερο. Θα δακρύζανε για 'πιμονή του, έστω και αιτία την κολόνια!...

Το περίεργο είναι πως το έθιμο τούτο, της αψιχαγίας με την κολόνια, δεν είναι και τόσο παλαιό όσο θέλουμε να πιστεύουμε. Μέχρι τα πρώτα χρόνια του αιώνα μας τη θέση της κολόνιας είχε το κομφετί και οι αντίπαλες ομάδες, την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, αντιμετωπιζόντανε με τα χρωματιστά χαρτάκια.

Κομφετί πούλαγε τα χρόνια εκείνα ο Νικολάτος και ο Μπασιάς που είχε το πρακτορείο των εφημερίδων. Η τιμή του ήτανε 1,60 δρχ ή λίτρα.

Παρ όλη όμως την τεράστια προμήθεια που είχανε κάμει και οι δυο τους να ξημερώνει ο εικοστός αιώνας, ήτανε τέτοια η ξόδευση του στο «πατρεντί» που γίνηκε στο Λιθόστρωτο που παρουσιάστηκε έλλειψη. Ο δρόμος στρώθηκε και βουλώσανε οι υπόνομοι.

Κατέβηκαν τ' ασκέρια απ' την κάθε γειτονιά
και γριά δεν είχε μείνει να συμπίση τη γωνιά.
Και ένας πόλεμος λυσσώδης αρχινά με κομφετί
που με δαύτο βουλώθηκαν όλοι μας οι οχετοί(12).

Γρήγορα όμως το κομφετί έμεινε αποκλειστικό προνόμιο της Αποκριάς. Της Αποκοπής, στοιχείο επικράτησε η κολόνια και η ψεκαστήρα.

Όλα τα ψιλικατζίδικα ήτανε εφοδιασμένα με τα σύνεργα ετούτα. Και ο Μάκης ο Ραζής στην Πλατεία του Αγίου Σπυριδώνου και ο Μαράτος ο Σπύρος πάρα κάτου και ο Παύλος ο Ρηγάτος και ο Ανδρέας ο Τετενές και ο Γιώργης ο Νιφοράτος και ο Χαρίλαος ο Ρηγάτος πουλάγανε ψεκαστήρες. Μα ο μοναδικός σε ποικιλία και ποσότητα, για να βρεις εκείνο που ήθελες, ήτανε ο Γεράσιμος ο Γρηγοράτος, ο γνωστός Τσαμεναράκης, που είχε το «Καφεκαπνοπωλείον», δίπλα στο φούρνο του Λάσκαρη. Ολοχρονίς στη βιτρίνα του, κάτου από μακάρια σκόνη, αναπαυόντανε καμαρωτές δίπλα στις φιγούρες του Καραγκιόζη, τα πακέτα τα τσιγάρα, τα Δώδεκα Ευαγγέλια και τον Επιτάφιο Θρήνο, τις πίπες, τα κομπολόγια και τα σπιρτόκουτα, οι... ψεκαστήρες!

Η Προπαραμονή της Πρωτοχρονιάς έβρισκε το Αργοστόλι έτοιμο. Μια «πρόβα τζεναράλε»(13) γινότανε την ώρα του βραδινού περιπάτου από μερικούς φουριόζους(14). Ακουότανε καμιά σφυρίχτρα, κροταλίζανε μερικά τριζόνια, βγαίνανε δειλά πέντε - έξη ψεκαστήρες, μα αυτό ήτανε όλο...!

Το άλλο απόγιομα το Λιθόστρατο άλλαζε όψη. Από νωρίς, μόλις το απομεσήμερο, σε κάθε γωνιά και ένα στέκι. Άλλος με καροτσάκι να πουλάει τσαρλατάνους, γιο - γιο ή κούκλες της φτήνιας για τη φτωχολογιά. Άλλος παμόνες φιρφιρίκο ή καραμούζες... Πιο εκεί στημένη μια ρουλέτα εκάλαινε τους τυχερούς: «Άσπρο – κόκκινο κερδίζει...», «Πολλά βάνετε πολλά παίρνετε...», «Βάνετε και τώρα που γυρίζει...»!

Τόπια βοϊστήρες, νευρόσπαστα, καράκια, τσαμπούνες, τικ - τακ και όσα τριζόνια ξεδιαλεγμένα είχανε μείνει απούλητα, ανάκατα περιμένανε αγοραστή. Και κάθε δέκα βήματα στο πεζοδρόμιο ένα τραπεζάκι με ένα κόπανο(15) ή μια ταμεζάνα γιομάτη κολόνια της κακιάς ώρας και μια πίργια(16) για τις ψεκαστήρες. Ήταν τα κέντρα ανεφοδιασμού. Μια δραχμή το γιόμισμα.

Όταν το κατάβρεγμα έφτανε στο αποκορύφωμα, τότε αδειάζανε και οι κόπανοι και ταμεζάνες, εξαντλιώντανε και από τα μαγαζιά και από τα φαρμακεία τα αποθέματα τους και ο κόσμος το έριχνε στις δημοτικές βρύσες. Εκείνη μάλιστα της Καμπάνας(17) ή του Αγίου Σπυρίδωνα είχανε τη μεγαλύτερη κίνηση. Έπρεπε να κάτσεις στην ουρά για να πάρεις σειρά.
Αργότερα το έθιμο νοθεύτηκε και κοντά στην ψεκαστήρα για μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα χρησιμοποιήθηκαν τα κλειστηράκια του φαρμακείου. Δειλά - δειλά. Αρχικά το Νο 0 και όλο ανεβαίναμε για να φτάσουμε στον καταβρεχτήρα το Νο 8. Ετούτο δεν συμβιβαζότανε με κολόνια. Ήθελε νερό και μάλιστα μπόλικο, έτσι που ύστερα από τη γιορτή ο δρόμος να είναι νοτισμένος σαν να είχε βρέξει.

Δεν είχε ανακαλυφθεί ακόμα η ένδοξη βασιλεία του πλαστικού με τα νεροπίστολα και τους καταβρεχτήρες και τα «έξοχα προϊόντα» που μας προσφέρει το χλωριούχο πολυβινίλιο.
Τα ξερε βέβαια ο κόσμος, ο γιορταστής, όλα. Και όσα επρόκειτο να κάμει και όσα επρόκειτο να πάθει! Μα δεν τον σκότιζε. Και ούτε ακούστηκε ποτέ παρεξήγηση ή καυγάς για πρωτοχρονιάτικο κατάβρεγμα. Γιατί ήτανε γνωστό πως όποιος ή όποια διάβαινε το Λιθόστρατο να ξημερώνει Πρωτοχρονιά ερχότανε ακριβώς για να βραχεί...(18)

Οι προετοιμασίες είχανε γίνει. Τα ψώνια είχανε τελειώσει... Δεν απόμενε παρά να πέσει το σκοτάδι και να ανάψουνε τα ηλεχτρικά για να αρχίσει το γλέντι.

Πρώτα ξεχυνότανε στους δρόμους η νεολαία. Τα παιδιά του σκολειού που είχανε διακοπές. Μια σφυρίχτρα στο στόμα, ένα τριζόνι στο ένα χέρι και η απαραίτητη ψεκαστήρα στο άλλο. Οι αψιμαχίες άρχιζαν. Πολλές φορές οι στόχοι ήτανε συγκεκριμένοι. «Εκείνη» ή «Εκείνος» και η παρέα τους. Με την ώρα όμως τα αίματα ανάβανε. Ο θόρυβος μεγάλωνε. Τα τριζόνια κροταλίζανε, οι σφυρίχτρες τσιρίζανε, οι τσαμπούνες σκούζανε, τα φιρφιρίκο κελαηδάγανε. Η κίνηση άρχιζε να γίνεται δύσκολη. Για να διασχίσεις κάθετα τα 4-5 μέτρα του δρόμου ήτανε πρόβλημα. Ο κόσμος κινιώτανε σε μια συνεχή μάζα που σε παρέσερνε και σε κατεύθυνε.

Τότε είναι που σκολάγανε τα μαθηταρούδια της δουλειάς. Τα μοδιστράκια, τα τσαγκαρόπουλα, οι καπελούδες, οι μαραγκοί, τα φαβράκια. Όλα με τις τσέπες χαρτζιλικωμένες από τα βδομαδιάτικα δουλέματα. Μπαίνανε στα ζαχαροπλαστεία του Καππάτου, στου Λούκα, στου Μακρή, του Δραγώνα, παίρνανε έναν κουραμπιέ από τον σωρό, κερνάγανε και την παρέα τους, τον μπουκώνανε και ξεχυνόντανε για τη μάχη! Και ο δρόμος έπηζε! Η κάθε παρέα διάλεγε το στόχο της και ολόκληρες αψιμαχίες με κολόνια γινόντανε από το ένα μπουλούκι στο άλλο. Ξεφωνητά, γέλια, ρίγη από το κατάβρεγμα μα και από τον ερωτισμό. Ο κόσμος γιόρταζε. Ο δρόμος γέμισε ζωή, νιάτα και πόθους!... Ο ουρανός απάνουθε φχαριστημένος από τα γήινα ζωύφια του χαμήλωνε και μίκραινε την απόσταση που τον χωρίζει από δαύτα. Η Χαρά τους, Χαρά του!... Ετούτη η μέρα ήτανε δική τους. Από αύριο πάλι το μαγκανοπήγαδο της ζωής!...



Οι μουσικές, η μικρή και η μεγάλη, με δυσκολία ανοίγανε δρόμο να παρελάσουνε γιορταστικά, να παίξουνε τα κάλαντα και να μάσουνε από τα μαγαζιά την μάντσια τους(20). Στους ήχους του Άη – Βασίλη με εισαγωγή από το Βαφτιστικό, όπως συνηθίζεται στο Αργοστόλι, είχανε για υπόκρουση ραμόνες, φλογέρες, τριζόνια!...

Κι όσο προχωρούσε η ώρα τα πρόσωπα πυρώνανε. Βρεγμένα μαλλιά, κόκκινα μάτια, μάγουλα αναμμένα σαν από μεθύσι. Και η έντονη μυρουδιά της κολόνιας που σε ζάλιζε και σε έτσουζε. Πλησίαζε η ώρα που σε τούτη την ασφυχτική και ξέφρενη ατμόσφαιρα όταν τα αφτιά είχανε πάψει να λειτουργούνε και τα μάτια δε μπορούνε να ξεχωρίσουνε, για να μπει το βαρύ πυροβολικό. Οι μεγάλοι!...

Ο μακρινός θόρυβος επρόδινε τον ερχομό τους. Από τη μεριά της Πλατείας ερχόντανε οι Πλακιώτες με τους κόρνους. Μεγάλες παρέες. Οι Σουλέοι, οι Καουκέοι, οι Κατανέοι, οι Κοπάνηδες. Παιδιά της ψαρικής. Με τα σύνεργα τους περιποιημένα και τρομερά σε θόρυβο. Όλοι οι δαίμονες που είναι στα τάρταρα ανεβαίνανε στη Γη και χωνόντανε μέσα στα κοχύλια τους. Κάνανε μια δυο βόρτες σύσσωμοι να επιδειχτούνε και μετά σκορπιώντανε μέσα στο πλήθος.

Από την άλλη μεριά, την Πλατεία της Καμπάνας, ερχότανε άλλο συγκρότημα. Τα χασαπόπαιδα και οι σφάχτες που δουλεύανε στα μαγγελιά. Οι Στολαίοι, ο Κίτσος με τον αδερφό του το Γεράσιμο το λεγόμενο Κοργιαλένια, οι Βινιερατέοι, ο Τάσης ο Μαύρος, ο Μήτσος ο πρόσφυγας, ο Παναγής ο Σκλαβουνάκης, ο Ντάντος ο Χαρίτος, οι Μανωλατέοι. Ετούτοι ερχόντανε φορτωμένοι κουδούνια, βλάχικα, Κύπρους, Τσακαρέλια, Βλαχατσέλια. Κουδούνια μικρά, κουδούνια μεγάλα, στο λαιμό, στις πλάτες, στα χέρια τους. Περπατούσανε και κουνιώντανε μαζί τους ολόκληρο καμπαναριό. Κάνανε και τούτοι το γύρω της «σπακάδας» και μετά χωνόντανε μέσα στο ρέστο πλήθος.

Αργά, όταν νόμιζες ότι όλα τελειώνουν, εμφανιζόντανε τα σοφεράκια. Βγάζανε το κλάξον από τα Φορντ του '28 ή τις Σεβρολέτες του '30, φορτωνόντανε τις μπαταρίες στις πλάτες, αρπάζανε και ένα κλάξον – φούσκα που είχανε τότε όλα τα αυτοκίνητα στο άλλο χέρι και ερχόντανε να αποδιώξουνε τον «Παλιό γρουσούζη» και να υποδεχτούνε τον Καινούργιο Χρόνο με κορναρίσματα και σφυριξιές.

Όλοι ετούτοι, παιδιά της βιοπάλης, είναι ζήτημα αν όλο τον άλλο χρόνο ανηφορίζανε, έστω και διαβατάρικα, κατά το Λιθόστρωτο.

Αν δε φρόντιζε ο ουρανός με καμιά νεροποντή να διαλύσει τη φιέστα πιο νωρίς, στις δέκα άρχιζε η μάζα να χαλαρώνει, να διασπάται, να ξεθυμαίνει. Μουσκεμένοι και αρωματισμένοι γυρίζανε στα σπίτια τους. Οι μικροί να κοιμηθούνε και να ονειρευτούνε. Οι μεγάλοι να στρωθούνε στο Φάντε(21). Και ο λαός πέρα στου Κυπριώτη, «τέρμα Λιθοστρώτου», κάτου από το Λεχτρικό να παίξει πατρινό(22). Πολλές φορές μέχρι την άλλη μέρα το βράδυ συνέχεια. Εκτός αν η μπάγκα του, η τσέπη του, τιναζότανε γρηγορότερα!

Μα πριν ακόμα αποσώσει το γλέντι, πριν αρχίσει η μάζα να αραιώνει και ο θόρυβος να καταλαγιάζει, μπαίνανε στη σκηνή οι κομπανίες που λέγανε τα κάλαντα. Γαζώνανε ζίγκ-ζαγκ τα μαγαζιά, πόρτα - πόρτα, δεξιά - αριστερά στο δρόμο, να ευχηθούνε και να χαιρετήσουνε.

Με τρία γράμματα χρυσά
γράφεται τ' όνομα σου,
ηγαπητέ Γεράσιμε καλησπερίσματα σου(23),

ακουότανε βροντερή η φωνή του Ρουσία, που κρατούσε το φωνητικό μέρος της παρέας.

Ετούτες οι κομπανίες ήτανε τριμελείς. Τουλάχιστο! Ένα τρίγωνο που ετραγούδαε κιόλας, ένα μαντολίνο και μια κιθάρα. Στην κομπανία του Λίγκου το μαντολίνο γινότανε βιολί, που το έπαιζε και ο ίδιος. Έκανε την εισαγωγή με τους αρπισμούς από τον «Άγιο Βασίλη Μελόδραμα» και συνόδευε και το φωνητικό ντουέτο του τριγώνου και της κιθάρας. Εκτός από τον ίδιο το Λίγκο (Γιώργη Ραφτόπουλο τον λέγανε), την υπόλοιπη ομάδα συμπλήρωνε ο Αρβανιτάκης, Γιώργης και ετούτος, που επερπάταε σαν ξεντρέκλιαστος, λες και πάθαινε τρακ με την παρουσία του στο Λιθόστρατο, και ο Ρουσίας με τη βαρυτονάλε φωνή του.

Πάλιν ακούσατ' άρχοντες, πάλι να σας ειπούμε
ότι και αύριο εστί ανάγκη να χαρούμε....

ακουότανε από μακριά άλλη κομπανία. Όταν ξάκριζαν ξεχώριζες το Βάντακα (Διονύση Παγουλάτο τον λέγανε επίσημα χαρτιά) με τον αδερφό του το Σπύρο και το Σωτήρη τον Πολλάτο ή Μέγα.

Αυτά τα συγκροτήματα μέρες κάνανε πρόβες να αποφύγουνε τα φάλτσα, να στρώσουνε οι φωνές, να βρουνε τον τόνο που ταίριαζε, να συνταιριάσουνε πρίμο σεκόντο το φωνητικό ντουέτο που διαθέτανε. Γιατί ξέρανε πως θα χανε να παρελάσουνε μέσα από το «Μπουλεβάρι». Πα να πει ήτανε σα να δίνανε εξετάσεις.

Του Νικολέτου τούπρεπε
πιτσούνι και ξιφτέρι
κι ένα ξουράφι ολόχρυσο
στο δεξιό του χέρι...

Η στρωτή φωνή του Σπύρου του Λαδικού, που δούλευε στο μακαρονάδικο του Ματιάτου, σκόρπαε παινέματα. Ο Λαδικός με το τεράστιο τρίγωνο στο χέρι κρατούσε το ρυθμό. Στην κομπανία ο Ανδριόλας και ο Σπύρος ο Κούτης από τα Κομποθεκράτα, που σωστά λεγότανε Λαγγούσης.

Όταν η απόδοση ήτανε καλή, πολλές φορές από τους γιορταστές ξεκόβανε κάτι φωνές κιάρες(24), που ήτανε να τις χαίρεσαι, κολάγανε κοντά στους καλανταδόρους και άκουγες κάτι κόντρα και άλτα(25) που χαιρότανε η ψυχή σου.

Ο Αγριόσπυρος με τον Τσιλιρίδη και το Δαμουλιάνο ή το Γιώργη τον Ιωάννου, άλλη κομπανία ετούτη, βρισκόντανε τότε στις δόξες τους. Τεντώνανε τους λαιμούς τους, καθαρίζανε το λάρυγγα και με συνοδεία ολόκληρο τσούρμο που κόλαε δίπλα τους άφηναν το τελευταίο χαιρέτισμα:

Έτη πολλά να χαίρεστε
πάντα ευτυχισμένοι
σωματικώς και ψυχικώς
να είστε πλουτισμένοι...

Το μαντολίνο με την πιστή συνοδεία της κιθάρας έκανε τους τελευταίους αρπισμούς του και τελείωνε με μια πόλκα, μια μαζούρκα, μια εισαγωγή από μοντέρνο τραγούδι ή πιο συνηθισμένα από το «Βαφτιστικό».(26)

Όλα ετούτα σε κάθε πόρτα, σε κάθε μαγαζί, σε κάθε χαιρέτισμα...

Με τρία γράμματα χρυσά γράφεται τ' όνομα σου
ηγαπητέ (Νικόλα μας) καλησπερίσματα σου.

Πάλιν ακούσατ' άρχοντες, πάλιν να σας ειπούμε
ότι και αύριο εστί ανάγκη να χαρούμε
Και να πανηγυρίσουμε περιτομήν Κυρίου
Την εορτή του Μακαρός Μεγάλου Βασιλείου.

Κάνω λοιπόν καλή αρχή επαίνους να συνθέσω
τον Άγιο Βασίλειο δια να σας επαινέσω.
Να σας ειπώ τα θαύματα που έκαμε ατός του
με του Θεού τη δύναμη που ήτο βοηθός του.

Σε τούτο σπίτι που ρθαμε πέτρα να μη ραΐσει
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει.
Να ζήσει χρόνους εκατό και να τους ξεπεράσει
Ν' ασπρίσουν τα μαλλάκια του να γίνουν σα μετάξι.

Και του (Νικόλα) του πρεπε πιτσούνι και ξιφτέρι
(κι ένα λαχείο τυχερό) στο δεξιό του χέρι.

Έτη πολλά να χαίρεστε πάντα ευτυχισμένα
Σωματικώς και ψυχικώς να είναι πλουτισμένα.
Δώστε κι εμάς τον κόπο μας ότι είν' ο ορισμός σας
και ο Χριστός μας πάντοτε να είναι βοηθός σας.

Ή (ιδίως τα παιδιά)

Εσφάξαμε τον κόκορο εσφάξαμε την κότα
Δώστε κι εμάς τον κόπο μας να πάμε σ' άλλη πόρτα.

Η νύχτα, η χειμωνιάτικη νύχτα, έπεφτε πηχτή. Η ερημιά απλωνότανε στους δρόμους. Η φέστα τέλειωσε!... Μα μέσα στους παράξενους ήχους που ανάδιδε το σκοτάδι του Δεκέμβρη, άκουγες μέχρι τα χαράματα την γλυκιά κορδατούρα(27) και τη φωνή των καλανταδόρων που γυρνούσανε στα γνωστά σπίτια μέχρι να βγει ο ήλιος...

Με τρία γράμματα χρυσά
γράφεται τ ' όνομα σου,
ηγαπητέ Ανδρέα μου
Καλημερίσματα σου...

Βιβλιογραφία - Πηγές:
1. Εφημερίδα ΖΙΖΑΝΙΟΝ, φ. 515, 3.1.1909
2. Σωτήρας, η παλαιά μητρόπολη. Κτητορική της οικογένειας Πήλικα.
3. Αγ. Σπυρίδων, η Μητρόπολη του Αργοστολιού. Κτητορική των Μεταξάδων. Απέναντι είχε μια Πλατεία που έφερε την επίσημη ονομασία Πλατεία 14ης Σεπτεμβρίου. Έργο της δημαρχίας Σπ. Κοσμετάτου.
4. Ήτανε το μοναστήρι των Φραγκισκανών. Η εκκλησία του αφιερωμένη στον Άγιο Νικόλα.
5. Για το προσεισμικό Λιθόστρωτο, βλ. Δ. ΚΑΛΛΙΓΑ, «Λιθόστρωτο - η καρδιά του Αργοστολιού» Παγκεφαλ. Ημερολόγιον 1939, σελ. 118-124.
6. Σουλατσαδόρος = ο περιπατητής.
7. Ντουγάνα = Τελωνείο. Από το ιταλικό DOGANA.
8. Ζιμπίλι. Μεγάλο ψάθινο κάνιστρο. Το είχανε οι μαραγκοί για να μεταφέρουνε τα εργαλεία τους.
9. Τριζόνι. Η ροκάνα.
10. Πινιάτα. Η μεγάλη χύτρα. Από το ιταλικό PIGNATA.
11. Ψεκαστήρα. Μικρό βαποριζατέρ.
12. Εφημ. ΖΙΖΑΝΙΟΝ, φ. 165, 5.1.1901, σελ. 2Β
13. Πρόβα τζενεράλε. Μεταφορικά από το θέατρο. Γενική δοκιμή.
14. Φουριόζος. Βιαστικός. Από το ιταλικό FURIOSO.
15. Κόπανος. Μεγάλη μπουκάλα χωρητικότητας από τρία κιλά και απάνου.
16. Πίργια = Το χωνί.
17. Πλατεία Ελευθερίας ή Καμπάνας. Εδώ αναφέρεται για το αρτεσιανό της.
18. Είναι χαρακτηριστικό πως η νεολαία τα τελευταία χρόνια, την Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, έστω και αν ο καιρός ήτανε στεγνός, δεν κατέβαινε στο Λιθόστρατο φορώντας πανωφόρια αλλά... αδιάβροχα!
19. Έτσι ονομάτιζε ο λαός τις δυο Φιλαρμονικές μας. Η μπάντα της Φιλ. Σχολής Κεφαλληνίας ήτανε η μεγάλη. Η μικρή μπάντα ήτανε η Φιλ. Σχολή της Λειβαθούς.
20. Μάντσια = Φιλοδώρημα. Από το ιταλικό MAGNIA.
21. Φάντες = Ο Βαλές της τράπουλας.
22. Πατρινό = Το παιχνίδι με τα κέρματα. Το στριφτό.
23. Είναι χαρακτηριστικό αυτό το «Ηγαπητέ» αντί του «Αγαπητέ», που άγνωστο από ποια αιτία καθιερώθηκε από όλους καλανταδόρους μας. Τα τρία γράμματα υποδηλώνουνε τα τρία αρχικά ψηφία που χαρακτηρίζουνε το χαιρετιζόμενο. Όνομα – Πατρώνυμο - Επώνυμο.
24. Κιάρα = Καθαρή. Από το ιταλικό CHIARO.
25. Κόντρα και άλτα = Αντίθετα και ψηλά. Σχετικά με τη φωνή. Φραστικό παρμένο από τα ιταλικά, που συνηθίζεται στη μουσική.
26. Οι εισαγωγές που παίζονται στα Αργοστολιώτικα Κάλαντα είναι τέλεια ιδιότυπες. Δεν παίζονται σε κανένα άλλο μέρος της Κεφαλονιάς ούτε και στο Ληξούρι. Όπως διαπίστωσα και σε κανένα άλλο μέρος στα Επτάνησα. Με τους σεισμούς εργάτες Κερκυραίοι Καλανταδόροι ενθουσιαστήκανε με τη μουσικότητα και τη ζωηράδα που σκορπάνε τα Αργοστολιώτικα Κάλαντα.
27. Κορδατούρα – Συνχορδία.

Διαβάστηκε 2788 φορές