Το online περιοδικό για την Κεφαλονιά
17/10/2014

Λαϊκά Κεφαλονίτικα Μελίσματα (Αριέτα – Καντάδα)

Αριέτα (παραφθορά του Ιταλικού Α Oreccbio = με το αφτί) καλείται το τρίφωνο Κεφαλλονίτικο μέλισμα, το οποίο μαζί με την λαϊκή καντάδα, που αποτελεί την εξέλιξη της, συνθέτουν τον θησαυρό των λαϊκών τραγουδιών της Κεφαλονιάς. Σχετικά ανάλογα μα παντελώς ανόμοια με τα δημοτικά τραγούδια του στεριανού, ιδίως, Ελλαδίτικου χώρου. Μοναδικό κοινό στοιχείο και στα δύο η λαϊκή τους προέλευση. Όπου στίχος και μουσική αποτελούν τις αυθόρμητες, πηγαίες εμπνεύσεις του ίδιου απαίδευτου, λαϊκού δημιουργού.

 

Στην Κεφαλονιά με την καθυστέρηση απόκτησης θεατρικής στέγης και κατ ακολουθία επιβολής της έντεχνης φωνητικής μουσικής, έμεινε για αιώνες ανοιχτό το πεδίο ανάπτυξης λαϊκής τέχνης, στον τομέα αυτό, από ασπούδαστους λαϊκούς δημιουργούς, που διαθέτοντας πλούσιο συναίσθημα, αστείρευτη έμπνευση και άνεση στη στιχοπλοκή και την σύνθεση, σε καταστάσεις έξαρσης, επενδύουν το στίχο με τη μελωδία, που ταυτόχρονα πηγάζουν, ως έκφραση ερωτισμού, από τον ευαίσθητο ψυχισμό τους.

Πρόκειται για συνθέματα της στιγμής. Εκφράσεις του ορμέμφυτου, των συναισθηματικών καταστάσεων και της ευαισθησίας ενός ατόμου, που εκπροσωπεί κόσμο ολόκληρο. Τάξεις, συναισθήματα, ομάδες, προλήψεις, προκαταλήψεις, κοινωνικά διάκενα, αδιαπέραστα στεγανά.

Πάνω στον οικοδομούμενο πηγαίο στίχο, ταυτόχρονα παρεμβαίνει η ροή της μελωδίας, με στόχο να σταλεί ερωτικό στίγμα στον ποθούμενο, μα απρόσιτο θηλυκό. Όπως ακριβώς το κελάηδημα των πουλιών, σε ώρες ερωτικής διέγερσης. Στην ήδη διαπλασσόμενη και διαρκώς αναμορφούμενη μελωδία μπαίνουν οι αρμονικές της παρέας, τελείως αυθόρμητες και αυτές, υποταγμένες όχι σε μουσικούς κανόνες, μα στην ευαισθησία του αφτιού των συντραγουδιστών.

Για να ξεχυθούν από την ταβέρνα που εκκολάφθηκαν και να πλημμυρίσουν με πάθος και χείμαρρους από καημούς, πόθους, ελπίδες, καλέσματα, ύμνους, μηνύματα και όνειρα ανεκπλήρωτα, τα καντούνια των αστικών κέντρων της Κεφαλονιάς, κάτω από τα μισόφωτα παράθυρα «της ποθητής κόρης».

Ο στίχος ο πρωταρχικός, πάντα ερωτικός, ξεκίνησε να υπηρετήσει το στόχο του ερωτικού καλέσματος, τόσο στο Αργοστόλι όσο και στην προωθημένη Λειβαθώ, όπου τα ήθη δεν απέτρεπαν τις νυχτιάτικες προσκλήσεις προς «το πλάσμα των ονείρων», χωρίς κίνδυνο να χαρακτηριστούν κοινωνικές προκλήσεις, με απρόβλεπτες συνέπειες.

Απεναντίας στο Ληξούρι, μέχρι και τα τέλη του 19ου αι. εποχή που η Αριέτα έλαβε την οριστική, σημερινή της διαμόρφωση, οι κοινωνικές συνθήκες απαγόρευαν, ακόμα και με αστυνομική παρέμβαση, ανάλογης μορφής ερωτικές νυκτωδίες. Και το σταμάτησα κάτω από τα παράθυρα της «όποιας ποθητής» για πεμφθεί το ερωτικό άγγελμα, συνιστούσε πράξη που την τιμωρούσε ο νόμος. Για τούτο το ερωτικό τραγούδι δεν βρήκε έδαφος να ανθοφορήσει, αφού δεν είχε την ποθούμενη προσδοκία να προσφερθεί.

Έτσι πάνω σε πρωτογενή η διαμορφωμένη σε άλλα κέντρα μελωδία, εύληπτη και αφομοίωση από το ευαίσθητο αφτί των τραγουδιστών του, τοποθετούνται «ανώδυνοι και άκακοι στίχοι», της εφήμερης πραγματικότητας. Του κάμπου, της ψαρικής, της δουλειάς, της πολιτικής… Και σε στιγμές κρασοκατάνυξης, υπέροχοι στίχοι καυτής σάτυρος, στα όρια Αριστοφάνειου λεξιλογίου.

Η μουσική της Αριέτας είναι πρωτόλεια, απλή στον πρωτογονισμό της και απέριττη στη ροή της. Πάντα σε κλίμακα μείζονα, χωρίς αντίστιξη, στερείται του σύνθετου στοιχείου. Αυτό θα προσπαθήσει να το συμπληρώσει η λαϊκή καντάδα, πάντα μέσα στα όρια μιας πηγαίας έμπνευσης, ανώνυμου συνθέτη, που το ένστικτο του και μόνο τον καθοδηγεί σε μουσικούς κανόνες, τους οποίους ουδέποτε διδάχθηκε, και τους οποίους με πολλή άνεση παρακάμπτει, επιβάλλοντας έτσι την λαϊκή προέλευση του δημιουργήματος του. Αυτός όμως ο πρωτογονισμός είναι που καθιστούν την Αριέτα και την λαϊκή καντάδα συνέχεια, έργα μονολιθικά, στέρεα, θεμελιακά, απέριττα. Κατάλληλα να στηρίξουν με τις βάσεις τους, έργα ανώτερης μουσικής στάθμης, όπως η έντεχνη καντάδα και τα εξ αυτής προκύψαντα συμφωνικά έργα.

Τόσο ο στίχος, όσο και η μουσική, δημιουργήματα στιγμιαίας έμπνευσης, με το χρόνο, με τη χρήση, τον χειρισμό και την προσαρμογή, αναπλάστηκαν, βελτιώθηκαν και συμπληρώθηκαν από περισσότερους από έναν διασκευαστές, ανώνυμους και αυτούς. Έτσι, τα μελίσματα αυτά, μεταπλασσόμενα, αναπλασσόμενα και διαπλασσόμενα, συνεχίζουν τον κύκλο της παρουσίας τους, πάντοτε σφριγηλά και ανανεούμενα. Παίρνοντας κάτι από το ορφέμφτυο των εκτελεστών τους, προσφέρουν φρεσκάδα ακουστική στην προσδοκία του ακροατηρίου. Όσο για τον στίχο, η παγκόσμια ερωτική ανθολογία δεν έχει να επιδείξει ανάλογης στάθμης στιχουργήματα. Που με την λυρική ευγένεια και χαρισματική κοσμιότητα, προβάλλουν τον ερωτικό καημό και υμνούν την αγάπη, με πάθος αβίαστο αλλά και κοσμιότητα χαρισματική, απέναντι σ’ αυτό το μυστήριο της ετερόφυλης έλξης.

Η Αριέτα, παρά τις αγωνιώδεις και επίμονες αναζητήσεις επιφανών μουσικολόγων, δεν μπόρεσε για χρόνια να ταυτιστεί ή τουλάχιστο να βρεθεί ίχνος της συγγενικό ανάμεσα στα λαϊκά μουσικά δημιουργήματα του δυτικού κοσμικού χώρου, ιδίως της Ιταλίας. Όπου αξιόλογοι μουσικολόγοι ερεύνησαν και ανέλυσαν κατ* αντιπαραβολή κάθε κοσμικό, μουσικό είδος. Αφού η ίδια η υφή και η σύσταση της προδίδουν δυτικές μουσικές επιδράσεις και επιρροές.

Απεναντίας εμφανίζει μεγάλη συγγένεια, με την θρησκευτική μουσική έκφραση του Δυτικού κόσμου. Και ειδικά με το Γρηγοριανό μέλος, όπως μεταπλασμένο προσδιορίστηκε, μετά τον 12ο αι. ως το μουσικό στοιχείο των ακολουθιών του λατινόρρυθμου τυπικού. Το οποίο, τα χρόνια που η Αριέτα διαπλάθεται στην μορφή που την κληρονομήσαμε, διαθέτοντας ανθούσα παροικία στην Κεφαλονιά, με τους ισάξιους και συναδελφωμένους με τους ντόπιους κανταδόρους του, τους σύγχρονα και κάντορες στην ενορία τους, μπόλιασε την ντόπια λαϊκή παράδοση, με αυτόν τον μουσικό θησαυρό τέχνης και τεχνικής αρτιότητας. Που ένεκα της απλότητας, της λιτότητας, της ομαλής ροής και της συλλαβιστικής ακολουθίας, ήταν όχι μόνο εύληπτο ως μουσικό παρασκεύασμα, αλλά και ευπρόσδεκτο ως παρέμβαση στο ευαίσθητο αφτί των ντόπιων κανταδόρων.

Και τα δύο μουσικά ιδιώματα, Αριέτα και Γρηγοριανό μέλος, πρωτόγονα στην υφή τους, απλά στην σύλληψη τους και πάντα τρίφωνα στην εκτέλεση τους, χωρίς αντίστιξη, προδίδουν ή κοινή καταγωγή ή πορειακή μετάγγιση. Κυρίαρχα τους στοιχεία, ο κάντορας στο ένα, ο αρχικανταδόρος στο άλλο, που αποτελούν και τους εισαγωγείς στο κυρίαρχο θέμα. Η ανυπαρξία διαστολής του μέτρου, τα μικροδιαστήματα, στα όρια κόμματος, η συχνή χρήση της ημίτονης διάστασης, τα επαναλαμβανόμενα γκλισάντε, η αρρυθμία, η ελευθερία του βασικού τραγουδιστή ή κάντορα να ρυθμίζει κατά βούληση την έκταση του φθόγγου, η απουσία αντίστιξης, είναι μερικά από τα συγγενικά στοιχεία που υποχρεώνουν ακροώμενοι την δεύτερη να ανατρέξουμε αναγκαστικά στο πρώτο.

Λαϊκά Κεφαλονίτικα Μελίσματα

Και τα δυο τραγουδιώνται (ή ψάλλονται) χωρίς οργανική μουσική, από έναν σολίστα ενώ η χορωδία βοηθά με τις συμπληρωματικές αρμονικές που και στις δύο περιπτώσεις είναι αυθαίρετες και απρόβλεπτες.

Στην πριμιτίφ Αριέτα, την μη καταγραμμένη, διασκευασμένη ή αναπλασμένη, ο τενόρος ο μονωδός, πολλές φορές, μακραίνει επιμηκύνοντας την μουσική φράση ποικίλλοντας την με αλπισμούς, τρίλιες και γυρίσματα για να δοθεί χρόνος προετοιμασίας στους αρμονικούς «να μπουν». Εναρμονισμένοι κατά το αφτί τους, την ευαισθησία κοίτα δεδομένα της στιγμής» σε μια μελωδία που όχι σπάνια ήταν γι’ αυτούς πρωτράκουσμα.

Από την Αριέτα προέκυψε η λαϊκή καντάδα, τρίφωνη και αυτή, επίσης πάντα σε μείζονα κλίμακα και με στοιχειώδη αντίστιξη. Πάνω της οικοδομήθηκε η τετράφωνη έντεχνη καντάδα, με όλες τις χάρες και τα ποικίλματα του έντεχνου μουσικού λογού. Πάνω σε κανόνες προσδιορισμούς, από άτομα που σπούδασαν την μουσική και ήταν κάτοχοι των κανόνων, τόσο της αρμονίας, όσο και της ενορχήστρωσης. Σ’ αυτήν την έντεχνη καντάδα, επικουρικά, μπήκαν και τα «όργανα». Μαντολίνο και κιθάρες, μετατρέποντας το μέλισμα σε μουσικό σύνολον αξιώσεων.

Αυτή η Καντάδα, από την Κεφαλονιά που πρωτοβλάστησε, μεταφέρθηκε και στα άλλα” νησιά του Ιονίου πελάγους, τα οποία πάνω στο ήδη ισχυρό θεμέλιο της οικοδόμησαν τις-δικές τους μουσικές εκτελέσεις. Πάντα ιδιότυπες και ξεχωριστές. Αλλά και δημιουργίες πρωτογενείς και αξιόλογες, με τα χαρίσματα της ιδιαιτερότητας ενός χαρισματικού, έντεχνου μουσικού λόγου.

Με τις αλλεπάλληλες επιστρατεύσεις, από την δεύτερη δεκαετία του 20ου αι. η καντάδα μεταφέρθηκε στην στεριανή Ελλάδα, από τους επτανήσιους στρατιώτες. Αυτή ήταν ίσως η μοναδική ομαδική ψυχαγωγία μέσα στην ανία των μακρών καταυλισμών. Στην Αθήνα, όπου υπήρχε υπολογίσιμη παροικία επτανησίων, η καντάδα όχι μόνο μεταφυτεύθηκε και βλάστησε, μα έλαβε και τις δικές της διαστάσεις. Αναπλασμένη εξελίχθηκε στην «Αθηναϊκή Καντάδα», πού χάρισε στην πρωτεύουσα και μάλιστα στη συνοικία των θεών, την Πλάκα, τόσα αξιόλογα αφιερώματα και στη φωνητική μουσική αθάνατα δημιουργήματα.

Ο μουσικός λόγος στην Κεφαλονιά του σήμερα, δεν αποτελεί μία στατική κατάσταση. Τα λαϊκά έργα παραδόθηκαν ως παράδοση αλλά δεν καταθέτονται ως παρακαταθήκη. Εκτελούνται ως ζωντανή δημιουργία, ως πραγματικότητα παραγωγική. Η κάθε χορωδία ευελπιστεί να προσθέσει την δική της ψηφίδα. Ώστε η εκτέλεση να αποκτά ταυτότητα και το εξειδικευμένο αφτί να διευκολύνεται στην αναγνώριση της ποιότητας μαζί με την ανανέωση, που θεληματικά προσφέρεται.

Ένα τέτοιο συγκρότημα, από τα παλαιότερα μάλιστα (ιδρύθηκε το 1980), είναι ή «Χορωδία Αργοστολίου», που διευθύνει ο Βασίλης Μουντάκης. Πρόκειται για συγκρότημα ερασιτεχνών στη διάθεση προσφοράς, αλλά με φιλότιμο, ζήλο, απόδοση και συνέπεια επαγγελματική.

Αυτή η χορωδία με τα εξήντα τόσα τραγούδια στο ρεπερτόριο της, δραστηριοποιημένη σε ένα νησί που δεν ανέχεται τη στασιμότητα, συνεχίζοντας μία παράδοση αιώνων, δεν ερμηνεύει απλώς, αλλά εισχωρόντας μέσα στο πνεύμα του μελίσματος, με το χρόνο του προσθέτει εκείνο το χαρακτηριστικό που στα όργανα ονομάζεται χροιά και στα μουσικά σύνολα ταυτότητα.

Για τούτο και οι εμφανίσεις της, τόσο στο νησί της έδρας της, όσο και σε Ελληνικές μεγαλουπόλεις ή σε χορωδιακά κέντρα του εξωτερικού όπου φιλοξενήθηκε (Ιταλία, Βουλγαρία, Ελβετία, Σουηδία, Σερβία, Κύπρο), αποτέλεσαν μουσικό γεγονός, διεγείροντας ενδιαφέρον, πάνω από τα όρια μιας εφήμερης μουσικής απόλαυσης.

Ό δίσκος ακτίνας που εμπεριέχεται, προσφορά χρέους στο νησί μας, την Κεφαλονιά, που έφθασε κάποτε να της αμφισβητείται η αγνότητα των λαϊκών τραγουδιών της, δεύτερος στη σειρά (ο πρώτος κυκλοφόρησε το 1992), στοχεύει σε δύο σημεία: Να διασωθεί από του χρόνου την αλλοίωση ότι μας παραδόθηκε, μα και να πιστοποιηθεί, με σύντροφο και οδηγό το ολιγόλογο τούτο κείμενο, πως η κάθε μουσική επίδειξη της «Χορωδίας Αργοστολίου», δεν αποτελεί μία ακόμα αναπαραγωγή γνωστών ήχων, αλλά μία ερμηνεία καθοριστική και ιδιαίτερη.

Όπου ο συναισθηματισμός, συμβαδίζοντας με την ευαισθησία, τις τοπικές καταβολές και την φωνητική ικανότητα, παράγουν την κάθε φορά μία καινοφανή έκφραση, που ως αποτέλεσμα χαίρει ειδικής προσοχής και ενδιαφέροντος. Ακροαστείτε τον…

Το παραπάνω κείμενο προέρχεται από τον πρόλογο του CD της Χορωδίας Αργοστολίου του κ.Βασίλη Μουντάκη.

Πρόκειται για μια ζωντανή ηχογράφηση στο Θέατρο Κέφαλος, με πολλές καντάδες και αριέτες τοπικού χαρακτήρα, το οποίο σας συνιστούμε ανεπιφύλακτα να αποκτήσετε.

Youtube Feed

Instagram Feed

kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)

Copyright © 2002 - 2018 kefalonitis.com
Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του kefalonitis.com διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση.
Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

Dual Design Agency