Το online περιοδικό για την Κεφαλονιά
04/11/2011

Επιπλοποιία - Αριστοκρατία και λαϊκή

Η επιπλοποιία, μία τέχνη που χάνεται στα βάθη των αιώνων, μία τέχνη που επηρέασε την κουλτούρα και τη δομή του ανθρώπινου πολιτισμού ανά τους αιώνες και διαχώρισε τις κοινωνικές τάξεις και ειδικότητες στο χώρο της αλλά και στο κοινωνικό σύνολο.Θα αναφερθούμε στις πιο σημαντικές εποχές που διαμόρφωσαν τους ρυθμούς των επίπλων στον ευρωπαϊκό και στον ελλαδικό χώρο.

Το αίτημα για λειτουργικότητα και διακόσμηση έγινε αισθητό με το πέρασμα των χρόνων. Ξεκινώντας από την πρώτη καταγεγραμμένη εποχή, γνωστή ως Ρομανική (1000-1200 μ.Χ.), βλέπουμε έπιπλα λιτά και απλά με ίσιες γραμμές χωρίς ιδιαίτερη διακόσμηση, σχεδόν τετραγωνισμένα και όχι ιδιαίτερα λειτουργικά με ασύμμετρες αναλογίες, ιδιαίτερα στα καθίσματα. Τα έπιπλα αυτά κατασκευασμένα από διάφορους Ευρωπαίους τεχνίτες που διαφέρουν από πόλη σε πόλη απευθύνονταν στο ευρύ κοινό του ευρωπαϊκού χώρου. Ωστόσο, τα χρόνια αυτά κατασκευάζονταν και κάποιες ιδιαίτερες κατασκευές, κομμάτια που προορίζονταν για τους πιο εύπορους και ευγενείς της εποχής, που γίνονταν κατόπιν παραγγελίας και είχαν μεγάλο κόστος. 

Με το πέρασμα από τη Ρομανική στη Γοτθική εποχή (1200-1500 μ.Χ.) βλέπουμε ότι στον ευρωπαϊκό χώρο όπως στη Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, αλλά και στην Ελλάδα αρχίζει η διακόσμηση και η καλύτερη λειτουργικότητα των επίπλων. Παράλληλα η επιπλοποιία ξεκινά να διαχωρίζει τις ειδικότητες που εμπλέκονται σε αυτήν. Αυτό συμβαίνει γιατί η επιπλοποιία βασίζεται στις δομές της αρχιτεκτονικής, στα μαθηματικά και τη διακόσμηση αλλά και ως αποτέλεσμα της λειτουργικότητας με χαμηλό κόστος εργασίας και υλικού. Στη Γοτθική εποχή τα έπιπλα αρχίζουν να γίνονται στοιχεία διακόσμησης στον εσωτερικό χώρο των σπιτιών κάθε κοινωνικής τάξης αλλά και επένδυση της εποχής και αρχίζουν να αποκτούν μία διαφορετική αξία ως αντικείμενα. Στη Γοτθική εποχή βρίσκουμε ποικίλα έπιπλα με διάφορα σχέδια, πολύ στιβαρές κατασκευές μικρές και μεγάλες, με πολύ καλή διακόσμηση και κάθε έπιπλο αρχίζει να καταγράφεται ως μοναδικό κομμάτι της εποχής του συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο καθοριστικά στη δημιουργία της ιστορίας του επίπλου. Κάθε έπιπλο κατασκευαζόταν εξολοκλήρου στο χέρι με απλά και λιγοστά εργαλεία. Λίγο αργότερα προς το τέλος της Γοτθικής εποχής και με το πέρασμα στην Αναγέννηση κατασκευάστηκαν μοναδικά έπιπλα για λογαριασμό του Βατικανού στη Ρώμη και διάφορων εύπορων Ιταλών αξιωματούχων και ευγενών τοποτηρητών δημιουργώντας τον εκκλησιαστικό ρυθμό που εξακολουθεί μέχρι σήμερα. 

Στην Αναγεννησιακή εποχή (1500-1600 μ.Χ.) οι Ιταλοί τεχνίτες έχουν πλέον καταξιωθεί στο χώρο και δημιουργούν τους δικούς τους καινοτόμους ρυθμούς, τους οποίους μεταφέρουν και στα Επτάνησα που βρίσκονται υπό την κυριαρχία τους. Την εποχή αυτή γίνεται επανάσταση στο χώρο του επίπλου, που είναι εμφανώς πιο προσεγμένο, καλλίγραμμο, λειτουργικό, με εξαιρετικό φινίρισμα. Η επιπλοποιία αρχίζει να μπαίνει για τα καλά στην πιο παραγωγική της εποχή και απασχολεί ολοένα και περισσότερο κόσμο.

Σημαντικό ρόλο έπαιξε η ανακάλυψη της κορδέλας (πριονιστήριο) αλλά και διάφορα άλλα εργαλεία που πρόσφεραν άφθονη ξυλεία σε ποικίλες διαστάσεις. Εκεί, λοιπόν, διαχωρίζονται οι ειδικότητες που αριθμούνται σε πέντε μέχρι και σήμερα ξεκινώντας από το σχεδιαστή, ο οποίος στην αρχική δομή του επίπλου χαρακτηρίζεται ως επικεφαλής τέκτονας και δίνει την αρχική μορφή σε χαρτί για να αναλάβει στη συνέχεια ο μαραγκός (εφαρμοστής στην ορολογία της επιπλοποιίας), που επιχειρεί να διαμορφώσει την ξυλεία σε κομμάτια ώστε να πάρει το έπιπλο τη μορφή που έχει στο σχέδιο. Αν το σχέδιο έχει σκαλίσματα, τα αναλαμβάνει ο σκαλιστής, ο οποίος θα μεταφέρει τα σκαλίσματα στα κομμάτια ξύλου που θα εφαρμοστούν στο έπιπλο. Έπειτα αναλαμβάνει ο ταπετσιέρης, αν πρόκειται για καθίσματα για να έρθει η σειρά  στο τέλος του λουστραδόρου, μία ιδιαίτερα δύσκολη εργασία που απαιτεί πολύ χρόνο, υπομονή και εμπειρία εφόσον κάθε έπιπλο λουστράρεται στο χέρι με την τεχνική της γομαλάκας και του μπαμπακιού. Ο λουστραδόρος είναι αυτός που αναδεικνύει τη δουλειά όλων των προηγουμένων. 

Από τα τέλη του 1600 ως το 1750 μ.Χ., δύο ιδιαίτερες εποχές της Αναγέννησης, ονομάστηκαν από τους Ευρωπαίους εποχές σταθμοί γιατί διαμόρφωσαν  δύο διαφορετικούς ρυθμούς: το Μπαρόκ και το Ροκοκό. Ο ρυθμός Μπαρόκ εμφανίστηκε πρώτος (1600-1680 μ.Χ.). Χαρακτήριζε τα ογκώδη και σκουρόχρωμα έπιπλα με πολύ βαριά και φορτωμένα σκαλίσματα, επηρεασμένα από τον εκκλησιαστικό κα γοτθικό ρυθμό. Δίνει στο έπιπλο ένα επιβλητικό στυλ και αρχίζει να επιβάλλεται στο χώρο και να προκαλεί θαυμασμό και ποικίλα σχόλια. Τότε ανακαλύπτονται δύο νέες τεχνοτροπίες, η μία ονομάζεται πλακάζ και η δεύτερη μαρκετερί, η οποία αποτελεί την αιχμή του δόρατος στην επιπλοποιία. Οι επιπλοποιοί κατασκεύαζαν το έπιπλο με το φυσικό χρώμα του ξύλου, ενώ παράλληλα δημιουργούσαν φανταστικές αντιθέσεις στο έπιπλο χρησιμοποιώντας διάφορα είδη ξυλείας από διαφορετικά δέντρα όπως καρυδιά σκουρόχρωμη μαύρη και σφένδαμο άσπρο, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα στον τεχνίτη να σχεδιάσει οπτικά σχήματα σε επίπεδη επιφάνεια. Με αυτή την τεχνική η τιμή του επίπλου εκτινάσσεται στα ύψη με αποτέλεσμα να απευθύνονται μόνο σε αρκετά εύπορους και σε μικρό αριθμό πολιτών με την τότε οικονομική κατάσταση της εποχής, γεγονός που σηματοδοτεί το διαχωρισμό των κοινωνικών τάξεων. Από το 1680 μ.Χ. και μετά από έναν αιώνα διαχωρισμού των κοινωνικών δομών της Ευρώπης έρχεται ο δεύτερος ρυθμός που ονομάζεται χαρακτηριστικά Ροκοκό και προσέφερε απλά έπιπλα σε διακόσμηση αλλά με τέλειες αναλογίες και χαρακτηριστικά καλλίγραμμα, ενώ χρησιμοποιούνται για πρώτη φορά περίτεχνα μπρούτζινα και χάλκινα διάκοσμα στις χειρολαβές και στα πόδια των επίπλων.

Στη Ροκοκό εποχή ξεχωρίζουν δύο τεχνίτες που εφάρμοσαν ένα καθοριστικό στυλ επίπλων στο χώρο των οικονομικά επιφανών της Αναγέννησης: ο πρώτος γνωστός ως Βαν Ντε Βέλντε σχεδίασε εξολοκλήρου τα έπιπλα στα γαλλικά ανάκτορα του Μέγα Ναπολέοντα και ο δεύτερος, ονόματι Εμπίρ, έδωσε έμφαση στους εκκλησιαστικούς ρυθμούς, όπου και χρησιμοποίησε την τεχνοτροπία του πλακάζ αλλά και χρώματα όπως και ζωγραφική επί του επίπλου. Τότε ξεχώρισαν και κάποια διαφορετικά κομμάτια που προετοίμασαν τη μετά εποχή του Κλασικισμού.

Το 1800 μ.Χ. στον ευρωπαϊκό χώρο ανθεί η τέχνη της ζωγραφικής που χρησιμοποιείται με ποικίλους τρόπους, είτε για τη διακόσμηση εσωτερικών χώρων και σπιτιών είτε για εξαίρετους πίνακες που κοσμούν διάφορα ανάκτορα ή μέγαρα. Όπως είναι φυσικό τη ροή της εποχής ακολουθεί και η επιπλοποιία. Έτσι έρχεται στο προσκήνιο ένας άλλος μεγάλος τεχνίτης ο Λουίς Σεϊζέ που συνδυάζει τη ζωγραφική, τη λειτουργικότητα και τις όμορφες καμπύλες του ξύλου για διακόσμηση με αποτέλεσμα να αφήσει το δικό του μοναδικό στυλ. 

Την εποχή του Κλασικισμού βρίσκουμε έπιπλα που συνδυάζουν διαφορετικούς ρυθμούς (Μπαρόκ, Ροκοκό και Σουρεαλισμό) σε μια τέλεια αρχιτεκτονική δομή και διακόσμηση. Παράλληλα κατασκευάζονται έπιπλα -τα λεγόμενα κοπής- απλά και παραγωγικά σε μεγάλο βαθμό για τους μικρομεσαίους και τους οικονομικά ασθενέστερους.

Εδώ στην Κεφαλονιά σώζονται κάποια κομμάτια στο Λαογραφικό μουσείο που μαρτυρούν την άνθηση της τέχνης της επιπλοποιίας στο νησί μας. 

Η παραδοσιακή τέχνη του επιπλοποιού σήμερα απειλείται να εξαφανιστεί λόγω της βιομηχανοποίησης. Εντούτοις, στην Κεφαλονιά βρίσκονται τέσσερις τεχνίτες που συνεχίζουν αυτή την παράδοση μέσα στους δύσκολους αυτούς καιρούς. Αξίζει να αναφέρουμε κάποια πράγματα για αυτούς τους ανθρώπους που πρόσφεραν και προσφέρουν ακόμα τις υπηρεσίες τους στην επιπλοποιία με το δικό τους ιδιαίτερο τρόπο.

Ο παλαιότερος εν ενεργεία είναι ο κ. Σπύρος Μαρκάτος, ο οποίος σε ηλικία 78 χρονών εξακολουθεί να ασκεί το επάγγελμα του επιπλοποιού προσφέροντας κατά καιρούς τις υπηρεσίες του σε πελάτες αλλά και στη συντήρηση των επίπλων που διασώζονται στο Μουσείο Φωκά – Κοσμετάτου, καθώς και στο Λαογραφικό Κοργιαλένειο Μουσείο Αργοστολίου και αναδεικνύεται ίσως ο καλύτερος όλων. Ο δεύτερος, ονόματι Νίκος Σκιαδαρέσης, αυτοδίδακτος σκαλιστής και ξυλογλύπτης, είναι βραβευμένος για το έργο του και την προσφορά του στο χώρο της τέχνης από το Δήμο Αθηναίων. Συντηρεί το εργαστήριό του στην Αγία Ευφημία και αυτός εν ενεργεία σήμερα. Επίσης, ο κ. Παναγής Κόκκινος από το Πυργί Κεφαλονιάς, καταξιωμένος ξυλογλύπτης, ειδικότερα σε έπιπλα εκκλησιαστικού ρυθμού. Εξαιρετική δουλειά του ο θρόνος της Παναγίας στον Άι-Γιάννη Ραζάτων. Ο τελευταίος και μικρότερος σε ηλικία εργάζεται στο χώρο της συντήρησης και αναπαλαίωσης παραδοσιακών επίπλων, ονόματι Νικόλαος Καππάτος, διατηρεί εργαστήρι στο χωριό Διλινάτα και έχοντας μάθει την τέχνη αυτή προσφέρει τις υπηρεσίες του. Στο χώρο αυτό εξαίρετη δουλειά του είναι η αναπαλαίωση επίπλων για το μουσείο, ιδιοκτησίας κ. Δημήτρη Τόκα, που πρόκειται να λειτουργήσει στη Σάμη Κεφαλονιάς (στον Καραβόμυλο).

Εδώ λοιπόν φτάνουμε στο τέλος της ιστορίας μας. Να αναφέρουμε ότι στην Κεφαλονιά μεγάλο πλήγμα επέφερε ο σεισμός του 1953 που στο πέρασμά του εξαφάνισε έπιπλα, τα οποία ήταν πραγματικά έργα τέχνης, μοναδικά και δεν αντικαταστάθηκαν ποτέ από τους νεώτερους τεχνίτες. Αγοράζοντας, επομένως, ένα παλιό έπιπλο σήμερα στην ουσία αγοράζουμε ένα κομμάτι της ιστορίας του επίπλου, ως έργου τέχνης και πολιτισμού που σημάδεψε στην πορεία του χρόνου την ανθρώπινη κουλτούρα την εκάστοτε εποχή. Με αυτόν τον τρόπο συμβάλλουμε στη διατήρηση της ιστορίας και διατηρούμε ζωντανή την παράδοση της τέχνης που κληρονομήσαμε από τους μεγάλους τεχνίτες της εποχής της επιπλοποιίας.

Κείμενα – Παρουσίαση: 
Νίκος Καππάτος

Youtube Feed

Instagram Feed

kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)

Copyright © 2002 - 2018 kefalonitis.com
Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του kefalonitis.com διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση.
Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

Dual Design Agency