Το online περιοδικό για την Κεφαλονιά
10/06/2011

Φώτης Πολυμέρης (Παλημέρης): Ένας Κεφαλονίτης φημισμένος τροβαδούρος - συνθέτης της προπολεμικής Αθήνας

Υπάρχουν μορφές που με το έργο τους και την παρουσία τους σημαδεύουν μια εποχή και μένουν ανεξίτηλες στη μνήμη μας ως σημεία αναφοράς. Μια τέτοια μορφή είναι και ο προπολεμικός τροβαδούρος - κιθαρίστας και συνθέτης, Φώτιος Πολυμέρης. Τα τραγούδια του συνόδευσαν γενιές, μας διασκέδασαν, τα χαρήκαμε και ακόμη τα σιγανοψιθυρίζουμε, ξυπνώντας ρομαντικά αισθήματα της ζωής μας.

Πάντα στο μυαλό μου είχα την έγνοια να γράψω ένα μικρό αφιέρωμα γιʼ αυτόν τον σπουδαίο Κεφαλονίτη καλλιτέχνη και τώρα μου δίνεται η ευκαιρία, να παρουσιάσω στοιχεία του βίου του μέσα από την αυτοβιογραφία του, «Φώτης Πολυμέρης. Των Αναμνήσεων η Λιτανεία» που κυκλοφόρησε το 2003 από τις εκδόσεις «Άγκυρα».

Ο Φώτης Πολυμέρης συστήνεται απλά ως «ο τελευταίος εν ζωή προπολεμικός τραγουδιστής», φημισμένος ήδη από την προπολεμική Αθήνα. Πέρα δε από την τραγουδιστική του πορεία είναι και συνθέτης και στιχουργός (ερασιτεχνικά, όπως υποστηρίζει) τουλάχιστον 100 τραγουδιών και είναι αυτόπτης και μάρτυρας πολλών καλλιτεχνικών γεγονότων από τη δεκαετία του ʼ30.

Γεννήθηκε στην Πάτρα, Καθαρή Δευτέρα το 1920. Ο πατέρας του ήταν από τα Κουβαλάτα της Παλικής, Ευάγγελος Παλημέρης και η μητέρα του από το κοντινό χωριό Άγιος Δημήτρης, Αΐντα Βώρου. Στην αυτοβιογραφία του, λέει πως «...Κάποιος απαίδευτος παπάς ή ανεύθυνος δημόσιος υπάλληλος έγραψε σε κάποιο επίσημο έγγραφο «Πολυμέρης», δημιουργώντας μου έτσι προβλήματα που με παίδευσαν αρκετά μέχρι να τα λύσω. Πάλι καλά, γιατί στο στρατό με είχαν «Παλημένο»!... 

Πέρασε πολλά και άλλαξε αρκετές εργασίες, ώσπου να ξεκινήσει το 1938 τη μουσική του πορεία. Τα στοιχεία της καλλιτεχνίας και της μουσικής ειδικότερα τα είχε μέσα του, καθώς όλα τα μέλη της πατρικής του οικογένειάς είχαν έμφυτη την καλλιτεχνική κλίση και τραγουδούσαν καντάδες και αριέττες.



Ξεκίνησε την καριέρα του το 1938 τραγουδώντας στην οπερέττα «Αρτζεντίνα» των Αλέκου Σακελάριου – Ε. Μπιάνκο. Στην περίοδο της Κατοχής μετείχε στο «Τρίο Μουτσάτσος» που παρουσιαζόταν και σε εκπομπές στην Ραδιοφωνία. 

Προικισμένος με μια υπέροχη φωνή, αλλά και με μουσικό αυτί ανέβηκε γρήγορα στον καλλιτεχνικό κύκλο της εποχής και μάλιστα έγινε περιζήτητος ως καλλιτέχνης, και μαζί του συνεργάστηκαν σπουδαίες μετέπειτα προσωπικότητες της μουσικής. Και με ποιους δε συνεργάστηκε ή δεν έκανε παρέα ο Πολυμέρης! Από τον μεγάλον Αττίκ, τον Γιάννη Γούναρη, τον Γιάννη Βέλα, που σημάδεψαν εξαρχής την πορεία του, έως τον Παπαϊωάννου, τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη, τον Βαμβακάρη και άλλους. Επίσης, από τη Ρένα Βλαχοπούλου, τη Μάγια Μελάγια, τη Μελίνα Μερκούρη, έως τον Τάσο Λειβαδίτη, τον Κώστα Βάρναλη και τον Γιάννη Ρίτσο. Πολλοί οι φίλοι και οι γνωστοί του μιςα και δεν αρκέστηκε μόνο στον ελλαδικό χώρο αλλά και σε διάφορα μέρη του εξωτερικού, ιδίως στην Αμερική, όπου και έμεινε έως τα τέλη της δεκαετίας του ʼ60, χαράζοντας μια σπουδαία καλλιτεχνική καριέρα, αφήνοντας μνήμες και στιγμές αξιόλογες.

Η ζωή του γιομάτη από πρόσωπα και καταστάσεις, άλλοτε με ένταση και άλλοτε σε ύφεση, βραδιές με κέφια, με τραγούδια και με παρέες, διασκεδάσεις και ατελείωτες επιτυχίες, όλα αυτά συνθέτουν τη ζωή και την καλλιτεχνική πορεία του Φώτη Πολυμέρη. Όπως λέει στην αυτοβιογραφία του «..Δεν ήταν όλη η ζωή μου μπουνάτσα. Αν τρως κάθε μέρα το ίδιο φαγητό, βαριέσαι. Έτσι είναι. Η αρμονία βρίσκεται στις αντιθέσεις...».

Σήμερα ο Φώτης Πολυμέρης ζει στην Αθήνα με τις αναμνήσεις του, στο πλάι των δυο παιδιών του, της Φανής και της Μαρίας, έχοντας περάσει δύσκολα παιδικά χρόνια, πολέμους, κινδύνους στη ζωή του, δυο φορές κινδύνεψε να μείνει τυφλός και άλλες δυο φορές αποφάσισε να αυτοκτονήσει και τελικά να περάσει νικητής από έναν καρκίνο. Είναι νικητής αυτός ο καλλιτέχνης, γιατί όταν βρισκόταν σε αδιέξοδο άρπαζε την κιθάρα του και μεταμόρφωνε στίχους ποιητικούς σε τραγούδια και μάλιστα κανταδοποιημένα, παραμερίζοντας έτσι τα προβλήματα. 

Ο Φώτης Πολυμέρης είναι ένας τύπος που του αρέσει από παιδί η τάξη και η καθαριότητα, αλλά και άνθρωπος της μελέτης και του φιλοσοφικού στοχασμού. Πέρα από την καλλιτεχνική του εργασία, δεν άφησε ποτέ το διάβασμα, τη λογοτεχνία και την ποίηση. Είναι λάτρης του αρχαίου ελληνικού πνεύματος και συχνά συνοδεύει το λόγο του με αρχαίες ρύσεις.

Στα κεφάλαια της αυτοβιογραφίας του, σχολιάζει με κάθε λεπτομέρεια με ό,τι η μνήμη του κράτησε και φανερώνει, πώς ήταν η καλλιτεχνική ζωή, ιδίως προπολεμικά, που οι καλλιτέχνες έπρεπε να υπερβούν τον εαυτό τους για να ακουστούν, μιας και δεν υπήρχαν τότε τα σημερινά ηχητικοακουστικά μέσα.

Η αυτοβιογραφία του είναι γραμμένη με απλό τρόπο σε 290 σελίδες, αποτυπώνονται δε στο χαρτί με ειλικρίνεια τα όσο έχει βιώσει, από το καλλιτεχνικό του ξεκίνημα, από τα χρόνια της αντίστασης που ήταν στο ΕΑΜ, την καλλιτεχνική πορεία του στην πατρίδα μας και στην Αμερική έως και την επιστροφή του στην Ελλάδα. Με κριτική διάθεση σχολιάζει καταστάσεις και πρόσωπα που συνεργάστηκαν μαζί του, φίλους και εχθρούς, καλούς και κακούς χαρακτήρες, παρέες και έρωτες που σημάδεψαν τη ζωή του. 

Για τον Αττίκ λέει «Ένας κοντός άνθρωπος, έμοιαζε με τον Μπετόβεν χωρίς τα φουντωτά μαλλιά, ήταν πνευματοδέστατος. Από τη «Μάντρα» πέρασαν από τον Καζαντζάκη και τον Παλαμά μέχρι...οι πάντες. Έρχονταν γιατί, όπως έγραφε και πάνω από το ταμείο, «Εδώ πουλάμε πνεύμα, όχι οινόπνευμα». 

Για τον Χιώτη λέει «...Στον Μανώλη τον Χιώτη είχα λατρεία. Εγώ τον έκανα κι έβαλε τέταρτη χορδή στο μπουζούκι, γιατί το τρίχορδο ήταν όργανο ατελές - την πρώτη και την τρίτη χορδή την κούρδιζαν στην ίδια νότα...». Υπάρχουν πλήθος από αναφορές για πολλές προσωπικότητες του καλλιτεχνικού και πνευματικού κόσμου της προπολεμικής Αθήνας, αλλά και του εξωτερικού.

Για έναν μεγάλο έρωτα και μια δεύτερη παρ' ολίγον αυτοκτονία, γράφει. «Ήμουν 29-30 ετών, στον Άγιο Λουκά που είχαμε ένα σπίτι. Βλέπω μια μέρα τρεις κοπελίτσες. Η μια φορούσε άσπρα. Και μου συνέβη κάτι ασύλληπτο για τον άνθρωπο. Μετρούσα τους σφυγμούς μου: είχαν ανεβεί 200. Εκείνη όμως αγαπούσε άλλον. «Των πόνων μου ο πόνος», έγραψα και τραγούδι. Δύο λύσεις, είχα. Η μια να πέσω να πνιγώ και η άλλη να φύγω για την Αμερική. Αυτό έκανα. Λατρεία είχα και στη γυναίκα μου. Αλλά αυτό ήταν κάτι άλλο. Και δεν της άγγιξα ποτέ το χέρι...».



Για τα τραγούδια του. «Δικά μου τραγούδια, έγραψα και τραγούδησα γύρω στα 100. Αλλά δεν ήταν για εμπόριο, για να βγάλω λεφτά. Και «Το βεσπάκι, το κορίτσι μου κι εγώ», το έγραψα για κάποια... 

Για την Κεφαλονιά του έχει πει... «Κεφαλονίτης είμαι. Και για την πατρίδα μου έχω γράψει και το ωραιότερο τραγούδι. Στου πατέρα μου το χωριό, στα Κουβαλάτα, έχω θάψει και τον αδελφό μου, πριν από χρόνια. Πήγαινα στον τάφο. Τώρα πια, δεν μπορώ. Θα ξαναπάω όμως...»

Ο Φώτης Πολυμέρης δεν υπήρξε μόνο ένας εκλεκτός τροβαδούρος της προπολεμικής εποχής, αλλά επάξια στάθηκε στην ακμή και των τριών μεταπολεμικών δεκαετιών. Πέρα από το μεγάλο πλήθος τραγουδιών που έχει  τραγουδήσει στην καριέρα του, είναι δημιουργός αξιόλογων ασμάτων που τα περισσότερα έχουν γίνει επιτυχία. Πολλά από αυτά έχουν κυκλοφορήσει σε δίσκους και έγιναν γνωστά στο πανελλήνιο. Στις τελευταίες σελίδες της αυτοβιογραφίας του παραθέτει έναν μακρύ κατάλογο με όσα τραγούδια τραγούδησε και όσα αυτός δημιούργησε, είτε ως συνθέτης είτε ως στιχουργός. Κάποια από τα δημοφιλέστερα τραγούδια του είναι: «Το βαλς της μοναξιάς», «Το βεσπάκι, το κορίτσι μου κι εγώ», «Ας ήξερα τι κρύβεις στην καρδιά σου», «Ναʼ χα τα νιάτα σου», «Το όνειρο του αλήτη», «Η κιθάρα του πατέρα», «Γλυκό τραγούδι μαγευτικό», «Όνειρό μου γλυκό», «Ένα σπιτάκι στο χωριουδάκι», «Φουρτουνιασμένη θάλασσα», «Φέρτε μου να πιω να μεθύσω», «Η αγάπη μου κοιμάται», «Ο πόνος της μάνας», «Μόνο στη ζωή», «Αιχμάλωτοι της αγάπης», «Αν έχεις καρδιά», «Νύχτα χωρίς φεγγάρι», «Μαρία, Μαρικάκι μου», «Χτύπα καμπάνα», «Όταν γελάς γλυκιά μου αγαπημένη», «Μια μικρούλα μαυρομάτα», «Αγάπη, αγάπη», «Η Κεφαλλονιά την άνοιξη» και αρκετά άλλα υπέροχα τραγούδια.

Επίσης, ακούγεται η φωνή του σε LP δίσκους: «Ένα βράδυ στην Αθήνα (1961)», «Αναμνήσεις από την Παλιά Αθήνα (1964)», «Αντίο πατρίδα (1965 – ανατύπωση 1973)», «Μελωδικές νοσταλγίες (1966 - ανατύπωση 1973)», «Τι να πρωτοθυμηθώ (1966), «Φ. Πολυμέρης (1967)», «Καρδιοχτύπια (1967)», «Η κιθάρα του πατέρα (1971)», «Η μπαλάντα της ζωής μου (1972 - ανατύπωση1973)», «Περασμένα και όχι ξεχασμένα (1984)», «Χρυσή εποχή 7 (1985», «Τραγούδια για πάντα, 2 (1990)», «Καλησπέρα κε Έντισον 1 και 3 (1990)» Τραγούδια από τις 45 στροφές (1996)» και κάποια τραγούδια του έχουν μεταφερθεί σε cd.

Ο Φώτης Πολυμέρης ζει σήμερα στην Αθήνα, μεγάλος πια, αλλά πάντα νέος μέσα στις αναμνήσεις από τις μεγάλες καλλιτεχνικές επιτυχίες του, τις όμορφες στιγμές με τους συνεργάτες του και φίλους του, τη σκληρή αλλά ωραία εργασία της ζωής του, και που όλα αυτά του χάραξαν μια υπέροχη καριέρα.

Youtube Feed

Instagram Feed

kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)

Copyright © 2002 - 2018 kefalonitis.com
Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του kefalonitis.com διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση.
Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

Dual Design Agency