Το online περιοδικό για την Κεφαλονιά
19/09/2011

Η «Ηχώ των αηδονιών» - Ο πλάτανος & η καλέστρα...

Μια βολά, παλεγά, στην Φιλαρμονική, εσονάριζα στη Μπάντα, με μπόλικους άλλους μουζικάντηδες και με τον εξαίρετο μαέστρο, Διονύση Βερονίκη.

Θυμάμαι μπόλικες, σκερτσόζικες ιστορίες, με κάζα, όπου έκανε ο ένας, στον άλλονε. Μια από δαύτες είναι και η πουλιό κάτω.

Κάθε νόβο κομμάτι, που για πρώτη βολά θε' να μας έδινε ο μαέστρος, για να το προβάρουμε, όλο και κάτι καινούργιο εσυνέβαινε, που είχε και την κωμική του πλευρά.  Τούτη τη βολά, όμως, το πράμα είχε χαχανιτό, με το σέκιο... Αυτό δεν ήτανε άλλο, από την «Ηχώ των αηδόνων», στην οποία τα κλαρίνα θα σονάρανε μια μελωδία και οι κορνέτες θα απαντούσαν, κάπως έτσι ήτανε η βάση του κομματιού, αλλά και η αιτία, για την πούλιο κάτω ιστορία μας.

Έπαιζα τρίτο κλαρίνο, στη Μπάντα, μαζί με ένανε, που ήτανε κανιά δεκαριά, ίσως και πελισσότερα, χρόνια μεγαλύτερος από εμένανε. Δε λέω πως κι εγώ, ήμουνα κανένα μουσικό τζένιο, αλλά εκειός ήτανε... άστα να πάνε, ακόμα και τα δάχτυλά του δεν τον εβοχτάγανε, να σονάρει ένα τέτοιο ινστρουμέντο φινετσάτο, όπως είναι το κλαρινέτο. Ούλα τα «κουμπιά», με τσι λεπτοκαμωμένες σούστες, υποφέρανε αφάνταστα από τσι θεοδαχτυλάρες του. Οι πελισσότερες σούστες ήτανε δεμένες με λάστικα, από 'κειά τα κόκκινα, που εβάναμε στα σκαρτσούνια μας, για να μη μας πέφτουνε κάτου. Ας είναι...

Τόμου ο μαέστρος μας έδωκε τσι παρτητούρες, να τσι μελετήσουμε, ο φίλος Αντρέας (έτσι τον ελέγανε) είχε τσι απορίες του και με ρωτούσε, τι είναι ευκειό και τι είναι τ' άλλο. Τσι πελισσότερες βολές, όμως, δεν ήξερα να του λύσω ούλες του τσι απορίες πού'χε, για δαύτο, τόμου δεν ενόγαγα, του έλεα, ό,τι εκατέβαινε στο τσερβέλο μου. Τούτη τη βολά, όμως, ήθελε, με το άστε-ντούε, να μάθει, πώς γίνεται η «Ηχώ των αηδόνων» κι εγώ του είπα, ότι στην Πλατεία, που θα εβγαίναμε, για τη συναυλία, τα κλαρίνα, ούλα μαζί, θα εσονάρανε κι ένας, με το κλαρίνο του, θα ανέβαινε στον πλάτανο του Τσουρουνάκη (καφενείο, που βρισκόταν εκεί, που σήμερα είναι η καφετέρια Polo) και  ότι, αυτό το σόλο, μου το ανέθεσε εμένα ο μαέστρος, να το κάμω. Ευκειό ήτουνε, που εσυνταόρισε τον Αντρίκο, πως δεν το έδωκε σ' αυτόνε, να το «εκτελέσει», παρί σ' ένα βέζβελο, σαν την αφεντιά μου. Βεραμέντε είχε τα δίκια του, εγώ ένα δεκαπεντάχρονο και εκειός εκόντευε τα τριάντα, να κάμω εγώ το σόλο και όχι η αφεντιά του!

Ο καλοκάγαθος Αντρέας είχε γίνει κατακόκκινος, το πρόσωπό του ήτουνε σα κομιντόρο ληξουρέικο. Τότενες, για τα ησυχώτερα, του είπα, ότι θα πάω ρεντάτος στο δάσκαλο και θα του πω, πως εγώ δεν τα καταφέρνω και να το κάμει ο Αντρίκος το σόλο. Έτσι κι έγινε, έφυα, για κάμποσα μινούτα, χωρίς φυσικά να πάω στο μαέστρο, και τόμου επέστρεψα, του λέω: «Κομπανιέρο, ούλα φίνα και ωραία, ο δάσκαλος μου είπε, να το κάμεις εσύ το σόλο!». Η χαρά του Αντρέα απερίγραπτη, απορώ, πώς δεν εχρίστηκε απάνω του ο αθεόφοβος!

Ο κολέας, ο Αντρίκος, ήτανε νομάτος, που επίστευε ακόμα και τα πιο απίθανα πράματα, όπως ευκειό, που του εσέρβιρε η αφεντομουτσουνάρα μου, κανά-δυο φορές, όμως, με ερώτησε: «Δε μου λες, βωρέ κολέα Νιόνιο, πώς και ο μαέστρος δε με βάνει, να κάμω το σόλο μου στην πρόβα;» κι εγώ του αποκρινόμουνα: «Θέλει και 'ρώτημα το γιατί; Αυκειός έχει κάτι αυτιά μουσικά, που ακουρμένεται, από εδώ μίσια με το Μέτελα και γλέπει, βωρέ, πως τα πας πρίμα! Και από την άλλη μάντα, δεν είναι δα, κανά μεάλο σόλο, δέκα παντούτες είναι όλο κι όλο!» κι ετσι τον εκαθησύχαζα.

Μίσια μ' εδώ, τα επήα νια χαρά, παρί εσκεφτόμουνα, το τι θα γένει την Κυριακή στην Πλατέα και με έλουζε κρύος ιδρώτας, γιατί ο άνθρωπος μου είχε εμπιστευτεί, πως είχε κάμει, τσου φίλους του και το συγγενολόι του καλέστρα και πως είχε βρει και τη ζούστα σκάλα, με αρκετά σκαλούνια, για να ανέβει στον πλάτανο να κάμει το ...αηδόνι! Τόμου εσκεφτόμουνα, πως θε' να κατεβάσει ούλες τσι Απανώστρατες (περκέ έδεκει έμενε), στην πλατέα του Βαλλιάνου, τόσο και εσκιαζόμουνα πελισσότερο! Αλλά ήτουνε πια αργά, για να του εξηγήσω κι έτσι εσκεύτηκα, όρμπου κι όρμπου κι όπου φτάκουμε...

Φυσικά, Κυριακή, κοντή γιορτή, που λέμε, και η Κυριακή έφτακε! Ούλα, όπου λες, ήτουνε πρόντα για τη συναυλία. Στην αρκή, επαιχτήκανε μερικά μουσικά κομμάτια (από όπερες-οβερτούρες-συμφωνίες), αλλά ήρτε και το μομέντο τσι «Ηχούς των αηδόνων»! Μοιραστήκανε οι παρτητούρες, παίρνει κι ο Αντρέας τη δικιά του και συλίντρερχος επήε κι εύρηκε το μαέστρο και του λέει «δάσκαλε, ούλα είναι πρόντα, για να πάω στον πλάτανο και η σκάλα είναι έδεκει, να πάω τώρα;» και ο μαέστρος, που κάτι εκατάλαβε, του λέει «ποια σκάλα, βωρέ Αντρέα, μου τσαμπουνάς, ποιον πλάτανο και τι σόλο;». Εγώ, που ήμουνα σε απόσταση ...ασφαλείας, άκουσα τον Αντρέα, να του λέει  «ο Νιόνιος, ο Τζουγανάτος, μου τό'πε!» και ο Βερονίκης τον ερωτάει: «και τί είναι, βωρέ, ο Τζουγανάτος; μαέστρος τση Μπάντας είναι;». Ο Αντρίκος, για κάμποσα μινούτα, έμεινε σα στάτουα, παρί μόλις εκατάλαβε, τι είχε γίνει, βουτάει ένα σιδερένιο αναλόγιο και άρκισε, να με κυνηγάει, σε ούλη την Πλατέα, Εγώ, λόγῳ ηλικίας, αίλουρος όπως ήμουνα, μπουκάρισα στον κήπο του Νάπιερ και με έχασε από τα μάτια του, γιατί, αν με έπιανε στα χέρια του, έδεκει θα έμενα για τα καλά και με το δίκιο του ο άνθρωπος, με το κάζο πού 'παθε, τι θα έλεγε στο τσούρμο, που εκουβάλησε, από τσι Απανώστρατες, ασε το ρεζιλίκι, από τσου άλλους μουζικάντηδες. Φυσικά, εγώ κανένα εικοσαήμερο έκαμα, να φανώ στη Φιλαρμονική και στην πιάτσα...

Πέρασε καιρός και, καλοσυνάτος όπως ήτανε ο Αντρέας, με εσυγχώρεσε, αλλά, από τότε, πάντα ήτανε «κουμπωμένος» μαζί μου πια και με το δίκιο του ο άνθρωπος!

Περάσανε τα χρόνια, αυτός ξενιτεύτηκε, στο Βανκούβερ του Καναδά, εγώ στα παπόρια. Πάντα ερωτούσα για δαύτονε και μια βολά, που αριβάραμε στον Καναδά, με το παπόρο, για να καργάρουμε ξυλεία, πρώτου μου μέλημα ήτανε να διαομίσω, να βρω τον κολέα μου, τον Αντρέα. Τόμου κι έγινε! Επήα σ' ένα Ελληνικό Σύλλογο του Βανκούβερ και δελέγκου τον ευρήκαμε. Τόμου με αντίκρυσε ο Αντρίκος, παρόλο που είχαν περάσει αρκετά χρόνια, με πήρε πρέφα, στο μπίτσι-φιτίλι και, από ό,τι κατάλαβα, η χαρά του ήτανε γκράντε! Παρί για λίγα μινούτα με κοιτούσε, από πάνω-μέχρι κάτω, και μετά ακολούθησαν τα αγκαλιάσματα. Κάτσαμε σε μια καφετρέρια για αρκετή ώρα, με κουβεντολόι για αρκετά θέματα σχετικά με την Ελλάδα και την ιδιαιτέρα πατρίδα μας, την Κεφαλονιά, παρί ούτε μια παρόλα για το... γεγονός, ούτε καν για τη Φιλαρμονική, δεν είπα ούτε εγώ, αλλά ούτε κι αυτός. Τότε εκατάλαβα, πόσο τον είχε στεναχωρέσει το ατσιδέντε με την «Ηχώ των αηδόνων», αν και είχανε περάσει πάνω από δεκαπέντε χρόνια, από το γεγονός εκείνο.



Για δαύτο, έστω και τώρα, σου ζητάω συγγνώμη, για το κάζο που σου έκαμα ετότενες, το οποίο δεν ήτανε τίποτσι άλλο, παρί μια σκανταλιά των δεκαπέντε μου χρόνων. Αντρέα, να 'σαι καλά, όπου βρίσκεσαι!

Γλωσσάρι:

βολά = φοράπαρί 
παράπαλεγά = παλιάσονάρω 
παίζω πνευστό μουσικό όργανοπουλιό 
πιοσέκιο = μέτρο υγρών/ πολύτέμπο 
χρόνοςβοχτάω = βοηθάω
ινστρουμέντο = όργανοσκαρτσούνι 
κάλτσαγια δαύτο = για αυτότσερβέλο 
κεφάλιάστε-ντούε = επιμονή, πείσμα
συνταορίζω = αναστατώνω
βέζβελο = παιδάκι, πιτσιρίκι
κομιντόρο = τομάτα
τόμου = όταν, μόλις
χρίζομαι = λερώνομαι, πασαλείβομαι
νομάτος = άτομο μπατούτα 
μουσική φράσημίσια με = ίσα 
μετζούστο = σωστό
σκαλούνια = σκαλοπάτια
φτάκω = φθάνω
στάτουα = άγαλμα
καργάρω = γεμίζω/φορτώνω
διαομίζω = ψάχνω
δελέγκου = αμέσως
γκράντε = μεγάλοςπαρόλα 
λέξηατσιδέντε = περιστατικό απρόοπτο

Youtube Feed

Instagram Feed

kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)

Copyright © 2002 - 2018 kefalonitis.com
Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του kefalonitis.com διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση.
Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

Dual Design Agency