Το online περιοδικό για την Κεφαλονιά
12/09/2011

Φωφώ - Φωφούκα

Βωρέ, καλώς τσου κολέιδες, πού 'χουνε να ανταμώσουνε μπόλικα τέρμινα και να πιάκουνε το κουβεντολόι και όπως πάντα για τα παλεγά. Εστιμάρω, πως τσου γνωρίζετε και δεν είναι άλλοι από τον Παναή και το Γληγόρη, κολέηδες κι αντάμα περάσανε του λιναριού τα πάθη, από μπριχού τον πόλεμο, βέσβελα ετότενες. Κατόπι κατοχή από τσου μακαρονάδες, τσου Ιταλιάνους και τσου πολεμοχαρείς τσου ντεντέσκους. Μετά ο σεισμός του '53 και ήρτε το πράμα κι έγινε ...νια τζελουσία! Ας είναι...

Για ένα μινούτο, από αλάργα, του εφάνηκε του Παναή, ότι είγδε ν' έρκεται ο κολέας του ο Γληόρης, τόμου εσιγουρεύτηκε πιου μπόνο κι εσιγουρεύτηκε, αναγάλιασε η ψυχή του και, δίχως να σκεφτεί, ότι ολόγυρά του ήτανε μιλιούνια πόπολο, αρκίνησε να τονε φωνάζει με ούλη του τη φόρτσα, που του είχε απομείνει, γιατί, κακά τα ψέματα, και οι δυό τσου, που είναι συνόσκαλοι, κοντοζυγώνουνε τα ογδοήντα.

Ο Παναής ήτανε εκειός, που πρώτος τον εκαλωσόρισε, «που εκρυβόσουνα, ωρέ κολέα, έχω να σε γδω αρκετό τέμπο κι ο Γληγόρης του αποκρίθηκε, «είχα πάει στο Ρίο τση Πάτρας, για να μου κάμουνε σέρβις σε ούλα!. Ας είναι, τόμου εφτάκανε σιμά, αγκαλιαστήκανε, δόκανε και τα απαραίτητα φιλιά, κοιταχτήκανε και χωρίς κουβέντα, αποφασίσανε με το βλέμμα,  να πάνε, όπως τα παλεγά τα χρόνια, να κάτσουνε έδεκει, στο «νέο Μέτελα, μιας κι έδεκει έχει πάντα δροσιά το καλοκαίρι. Τονε ονομάτησα «νέο Μέτελα, γιατί δε μοιάζει σε τίποτσι με τον παλεγό. Από τη νια μάντα η Σχολή των Καπετανέωνε και από την άλληνε ευκειό το μπαστούνι, που φκιάκανε, να αράζουνε τα αθεόρατα παπόρια, που φέρνουνε τσου τουρίστες, από όλες τσι νατσιονες. Οι κολέηδες εβρήκανε ένα παγκάκι και στην αρχή, που εκάτσανε σε δαύτο, δε βγάλανε ούτε άχνα μέσαθέ τσου, παρή εγουδέρανε το παπόρι και το πόπολο, που εμπαινόβγαινε σε δαύτο, όσπου για νια στιγμή ο Γληγόρης με φωνή, που ελαμπάξανε όσοι ήτανε κοντά, λέει στο Παναή, «βωρέ Παναή, εκείνη η σιόρα, που έρκεται κατά δώθενε, δεν είναι ίδια η συγχωρεμένη η Φωφώ του Μπελέλη; Με τη μεγάλη τρίτσα, το σουλούπι, ακόμη και το πάσσο τση, ολόιδια είναι! Η Φωφώ, ωρέ Παναή, που τόσο αγαπούσαμε ούλι, παρή εσύ, κολέα, τση είχες μεγάλη αδυναμία. «Βεραμέντε έχεις τα δίκια σου, από αλάργα, ίδια η Φωφούκα είναι! του απάντησε ο Παναής και, από κειό το μινούτο, ελησμόνησε το παπόρο και το πόπολο κι αρκίνησε να παρλάρει για ούλα τα καλά, που είχε η «Φωφούκα του (έτσι την έλεε ο Παναής) και το πράμα εφαινότανε, πως ούτε του Άι Ποτέ, δε θα εσταμάταγε...

Λίγοι ηξέρανε, πως η Φωφώ εγνώριζε να γράφει και να διαβάζει και έλεε, ότι, ετούτα πού 'ξερε, τση τά 'χε μάθει ο πάρες τση, στην Κατοχή, μέσα σε νια κουφάλα ελιάς. Ο «πάρες τση, δεν ήτανε άλλος από τον αδερφό του πραγματικού πατέρα τση, που την είχε υιοθετήσει και την υπεραγαπούσε! Όσοι καταφέρνανε να σιμώσουνε τη Φωφώ και να τσου εμπιστευτεί, θε' να γλέπανε ένα άτομο, από εκειό που έδειχνε εξωτερικά.

Η Φωφώ, ήμασταν και γείτονες, επέρναε κάθε μέρα από το γραφείο μου, που ήτανε δίπλα στην κάζα μου, για να μου πει ένα καλημέρα αγνό, όπως ήταν και η ίδια και να μου πει, αν είχε κανένα παράπονο. Σε κάποια από τσι καθημερινές  αυτές βίζιτε, γλέπω τη Φωφώ, να έχει ένα όκιο μαύρο-μαύρο, παρή έτοιμο να βγει από το πόστο του. Για νιά στιγμή ελάμπαξα κι έμεινα αγγελοκρουσμένος! Τόμου ήρτα στα μπόνα μου, την ερώτησα, πώς έπαθε ευκειό το κάζο, εκείνη, χωρίς να κοιτάει προς τα εμένανε, απάντησε, «εγλίστρησα, Νιόνιο μου κι έπεσα απάνου στο πόμολο τση κοκέτας... Από την αρχή εκατάλαβα, πως δε μου έλεε την αλήθεια, γιατί η αγαθή Φωφώ δεν ήξερε να κρυφτεί. Την εφορτσάρησα, να μου 'μολογήσει την αλήθεια, παρή αποτέλεσμα λοστέσο. Την άλλη μέρα, ερώτησα την αδελφή της κι έμαθα τη βεριτά! Η Φωφούκα είχε γκράντε αμόρε με το φέρρυ, που ερκότανε από Ληξούρι μεριά και ιδιαίτερα το «Μάνα Βαρβάρα και κάθε κουάτρο και μέτζο επήγαινε, να το γδει έγδεκει στο μόλο και όταν ο καιρός δεν ήτανε στα μπόνα του, τηνε αφήνανε, να πάει μέχρι έδεκει, στην κάζα του Κοσμετάτου, να το γουδέρει απ' αλάργα. Εκείνη τη βολά, ούτε εκειό δεν την αφήκανε, να κάμει, να βγει δηλαδή και να γδει το αγαπημένο της «Μάνα Βαρβάρα, γιατί ο γραίος ήτανε πουλιό φορτσάτος. Για να μη ξεσπάσει σε κάποιον άλλο, που δεν εμπόρεσε, να εκπληρώσει την καθημερινή τση «ιεροτελεστία, έρριξε μια μπουνιά στο μάτι τση και το έκαμε κακοθάνατο! Το ότι δεν θέλησε να ξεσπάσει σε κάποιον άλλο, παρά μόνο στον εαυτό της, κάτι μας λέει αυτό για το χαρακτήρα της...Αρκετοί γροστολιώτες θα γνωρίζετε την αδυναμία, που είχε η Φωφώ, για τα γυαλιά οξυγονοκόλλησης, «τα γυαλιά οξυγόνο, όπως τα έλεγε. Πάντα ζητούσε από τσου γνωστούς, να τση κομπινάρουν κανένα ζευγάρι και είχε και συγκεκριμένη παραγγολή, «να πας έδεκει στου Γιόξα στον Πειραιά και να μου αγοράσεις ένα ζευγάρι γυαλιά οψυγόνου με κορδόνι μαύρο και γύρω-γύρω μαύρο και μ'έξι τρύπες στο λατό. Αυτό το «φετίχ της είχε μείνει γιατί, τόμου ήταν βέσβελο, τα πρωτοείγδε στο γκαράζ του Βαρούχα και τση είχανε κάνει γκράντε σπετάκουλο. Η Φωφώ δεν  είχε ούτε ένα, ούτε δύο, παρή πάνω από εκατό ζευγάρια γυαλιά «οξυγόνου κι αυτό δείχνει πόσο προσφιλής ήταν τσου ανθρώπους, που δεν τση εχαλάγανε το χατίρι και τση αγόραζαν τα αγαπημένα τση γυαλιά, παρόλο που ήξεραν ότι είχε τόσα ακόμη.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό, που είχε η Φωφώ, ήταν η μνήμη της. Θυμότανε αριθμούς τηλεφώνων και διευθύνσεις, ανθρώπων, που τσου είχε δει ακόμη και νια βολά! Έχω αρκετά, να σκριβάρω για τη Φωφούκα, παρή ο χώρος δεν το επιτρέπει, μιαν άλλη βολά τα ξαναματαλέμε!

Αυτό σαν ένα μνημόσυνο, γιατί τούτο είναι πουλιό βέρο, από κειές τσι τσιριμόνιες, που κάνουνε συνήθως...

Γειά σου, Φωφώ! Λείπεις σ'αυτούς που πραγματικά σε αγαπούσαμε!

Υ.Γ. Πάντως εγώ, Φωφούκα μου, κάθε βολά, που διαβαίνω έδεκει στο Δράπανο, για να γδω τσου δικούς μου, περνάω, να σε χαιρετήσω, όπως επέρναες και εσύ από το γραφείο μου τότενες...

ΓΛΩΣΣΑΡΙ:

κολέας = φίλος, σύντροφος
βέζβελο = παιδάκι
ντεντέσκος = έτσι έλεγαν οι Ιταλοί τους Γερμανούς
τζελουσία = κάτι το αγγελικό
τόμου = μόλις
συνόσκαλος = συνομήλικος
νατσιόνες = έθνησιόρα 
κυρίατρίτσα = καλοκαιρινή ψάθαπάσσο 
βήμαπαρλάρω = κουβεντιάζω
μιλώπάρες = πατέρας
κάζα = σπίτιόκιο 
μάτιλαμπάζω = τρομάζω
στα μπόνα μου = στα συγκαλά
μουκάζο = περιστατικόβεριτά 
αλήθειαφορτσάρω = πιέζω δυνατά
γραίος = γραίγος (βορειανατολικός άνεμος)
γκράντε σπετάκουλο = μεγάλο θέαμα/εντύπωση
πουλιό βέρο = πιο γνήσιο
σκριβάρω= γράφω
κουάτρο και μέτζο = τέσσερις και μισή

Πρόσθετο Φωτογραφικό Υλικό:

 

 

Youtube Feed

Instagram Feed

kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)

Copyright © 2002 - 2018 kefalonitis.com
Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του kefalonitis.com διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση.
Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

Dual Design Agency