Το online περιοδικό για την Κεφαλονιά
20/09/2010

To φάντασμα, το οργικό & το σαξόφωνο

Οι δυο βέκιοι κολέηδες, ο Γληόρης και ο Παναής, ξανανταμώσανε, έδεκει στο παλάτσιο τση μουσικής, έδεκει κοντά ήτανε και το στραγαλάδικο του Νικόλα του Μαλίακαι από την άλλη μάντα ήτανε η μπακαλοταβέρνα του Μπάμπη του Τιμοθεάτου.

Μετά τσι σχετικές χαιρετούρες και τσι ερωτήσεις για την υγεία του μιανού στον άλλονε, πήρανε την απόφαση να πάνε να κάτσουνε στο καφενείο του Σπύρου του Μελά, που το κλερονόμησε από τον πάρε του το Βασίλη,μια και είναι από τα τελευταία παραδοσιακά καφενεία στο Αργοστόλι.

Οι δυό αμίτσοι ξεκινήσανε αγάλια-αγάλια, μια και δε τσου βαστούνε και τα ποδάρια τσου να πάνε πουλιό γρήγορα. Μέχρι να φτάκουνε στο καφενείο, περνώντας από το μόλο με τσου φοίνικες, ζήτημα ήτανε αν ανταμώσανε κανα-δυό γνωστούς νοματαίους, ούλο ξένες φάτσες γλέπανε, περκέ, εκτός από τσου ξένους, που γιόμωσε ούλη η χώρα, γλέπεις τώρα και μπόλικους από τα χωριά τσι Κεφαλονιάς, που, τώρα με τσι μάκινες και τ' αυτοκίνητα, κατεβαίνουνε δια μιας και, για ψύλλου πήδημα, βρίσκονται στην καπιτάλε τση ίζολας. Τόμου αριβάρανε, στον καφενέ του Μελά, κάτσανε σε δυο καθίκλες, όχι ψάθινες, όπως παλεγά, παρί σε πλαστικές, διατάξανε δυο καφέδες, ο ένας σκέτος και ο άλλος μέτριο (ένεκα το ζάχαρο, γλέπεις), ο Σπύρος έφερε τσου καφέδες δελέγκου, στο γκαζάκι γλέπεις και όχι στη χόβολη όπως τότενες, ας είναι...

Ο Γληόρης, όπως και τσι πελισσότερες βολές, αρκίνησε πρίμος και, όπως πάντα, για ιστορίες που θυμάται από τη Μούζικα, μια και, η αφεντιά του, σονάριζε για κάπου πέντε χρόνια, με αρχιμουσικό το Διονυσάκη το Βερονίκη (για δαύτο είναι εναμοράδος, μίσια τα σήμερα, με τη Μούζικα και τσι ιστορίες τση. Τόμου ο Γληόρης τράβηξε την πρίμα ρουφηξιά, από το μέτριο καφέ του, διαμιάς το πρόσωπό του φωτίστηκε, με ένα γκράντε χαμόγελοκαι αρκίνησε το παρλατόριο...


Έδεπα, που εκάτσαμε, κολέα Παναή μου, μού΄ρτε κατά νου ένα κάζο, που ποστιάξαμε σ' ένα κολέα, που ξέραμε πόσο πολύ εσκιαζότανε τα οργικά και τα φαντάσματα. Εκειό το καιρό, τα πελισσότερα βράδυα, καθόμασταν όξουθε από τη Φιλαρμονική, ο δάσκαλος και μαέστρος μας, εκαθότανε σε καθίκλα κι εμείς, τα τζόβενα, στα σκαλούνια όξω από το πορτόνι. Έδεκει λέγαμε διάφορες ιστορίες και πειράζαμε ο ένας τον άλλονε, μονομιάς, κάποιος από εμάς, είπε να σκαρώσουμε την παρακάτω φάρσα, σε κάποιο συνάδερφο, Γιάννη (το όνομα είναι βέρο, το επίθετο... δε το μαρτυράω). Εκειό το τέμπο, έφυε από τη βίτα, ένας συνάδερφος, μουζικάντης, ο Νικόλας ο Αυγουστάτος, και μάλιστα πολύ νέος, σονάριζε, δε, σαξόφωνο καλό παρί και ντολτσάτο. Εφκειό ήτουνε που μας έδωκε την απερτούρα, να σκαρώσουμε τη φάρσα στο Γιάννη. Σε ούλη ετούτη την ιστορία, ήτουνε ντακόρντο και ο μαέστρος.

Ο Γιάννης ερκότανε, στην κομπανία, πάντα καθυστερημένος, περκέ λαβοράριζε, σαν κάρφας,στο μπαρμπέρικο του Ανιά, που ήτανε έδεκει στο Λιθόστρατο. Ο καθένας από μας, θε νάλεγε, τόμου θα αριβάριζε ο Γιάννης, από μια ιστορία για φαντάσματα και οργικά. Μπριχού όμως, είχαμε κρύψει το Θανάση τον Ποταμιάνο, που έπαιζε σαξόφωνο, μέσα στη σχολή, σιμά στη φινέστρα που έγλεπε προς τα σκαλούνια και θα σολάριζε ένα κομμάτι από την όπερα «Μάρθα», τόμου έπεφτε το σύνθημα. Ίγδαμε από αλάργα, το λοιπό, το Γιάννη να αριβάρει σκερτσόζος, και ούλοι αντάμα το φωνάξαμε «μπεν βενούτο, κολέα», εκειός με φιοριτούρες, για το καλωσόρισμα, ήρτε και απιθώθηκε δίπλα μας. Οπως τα είχαμε συμφωνήσει, τόμου έκατσε, αρκινήσαμε τσι ιστορίες με φαντάσματα και οργικά και για τσι ψυχές, των ανθρώπωνε που φεύγουνε από τη ζωή, και ξανάρκονται σα φαντάσματα, στα μέρη που αγαπάανε όσο ζούσαν. Όσο οι ιστορίες γινόντανε πουλιό τρομαχτικές, τόσο τα όκια, του Γιάννη, εμεγαλώνανε ωσά του βοδιού, εκόντευε να του φύει το τσερβέλο και να τού'ρτει σύφλογο, δεν εκαταλαβαίναμε αν ήτανε βίβος ή μόρτος, γιατί η φάτσα του είχε γίνει σα ζιφολέμονο. Σε μια στιγμή, ο μαέστρος, τραβάει, από την καδένα, το ρολόι από τη τσέπη του γιλέκου και μας λέει, «ορές φωστήρες, είναι δώδεκα στο ιπούντο, δε πάμετε καλιά μας, περκέ ντομάνι έχουμε να πάμε και τσι δουλειές μας», ο Θανάσης, τόμου άκουσε πως είναι δώδεκα ιπούντο, που ήτουνε και το σύνθημα, αρκίνησε να σονάρει το κομμάτι από τη «Μάρθα».

Ποιός είδε το Θεό και δε τον εφοβήθηκε, ο Γιάννης, με ένα κλώτσο, έφτακε βιζαβί, που ήτουνε ο φούρνος του Μπάμπη του Παυλάτου και το μόνο που αρκίνησε να φωγιάζει, ήτανε «ψημάρα μου, τι μου έλαχε, του μαγκούφη, βοχτάτε με, Χριστιανοί !»...

Βεραμέντε, ο Γιάννης, εμούσκλωσε για τα καλά και με τα δίκια του, περκέ, τέτοιο καστίγο, δε το ασπετάριζε. Από ό,τι μάθαμε, την άλλη μέρα, έβαλε τη γιακέτα του αλασκάγια και έφυε τριάρατος για την Αθήνα, χωρίς να πει σε κανένα μας αντίο. Βεραμέντε είναι πως, το φευγιό του μας εστοίχισε και, μάλιστα, μας έγινε μάθημα και προσέχαμε τσι φάρσες που εκάναμε να μην είναι τόσο βαριές...

Κατόπι, πήγε πουλιό αλάργα, έφτακε στον Καναδά και δεν εξαναπάτησε το ποδάρι του, όχι μόνο στην Κεφαλλονιά, αλλά και στην Ελλάδα. Όπως εμάθαμε είναι στα γράδα του και, χωρίς ιστορίες με οργικά και φαντάσματα, οι δουλειές του πάνε πρίμα, έφτιακε μπόλικη γαζέτα και είναι τρόπο φελίτσε!



Η ιστορία πήρε το φινάλε τση, κολέα Παναή, δεν ηξέρω αν σε ευκαρίστησα, με τούτη την ιστορία, που σου πόστιαξα τούτη τη βολά, αν όχι και σου έκαμα πονοκέφαλο, πάρε μια ασπιρίνη να σου περάσει...

Όχι, όχι, βορέ Γληόρη μου, την εθαραπάηκα, εκόντεψα, αφέντη μου, να χριστώ απάνω στην τράουζά μου από τα γέλια και, τότενες, ποιός ν' άκουε τη σιόρα μου..

Δώσε, το λοιπό, τη ρεβεράτζα μου, στη σιόρα σου και νιάμποτα να ξανανταμώσουνε για νιές ιστορίες...
Έχε γειά, Γληόρη!
Έχε γειά, Παναή!

ΓΛΩΣΣΑΡΙ:

βέκιοι = παλιοί
κολέηδες = φίλοι, συνάδελφοι
μάντα = πλευρά
πάρες = πατέρας
αμίτσοι = φίλοι
φτάκουνε = φτάσουνε
περκέ = γιατί
μάκινες = μηχανές
καπιτάλε = πρωτεύουσα
ίζολα = νησί
πιάκανε = πιάσανε
αριβάρανε = φτάσανε
καθίκλες = καρέκλες
παλεγά = παλαιά
πρίμος = πρώτος
εναμοράδος = ερωτευμένος
έδεπα = εδώ
κάζο = πάθημα
τέμπο = χρονικό σημείο
όξουθε = έξω
τζόβενα = νέοι
σκαλούνια = σκαλοπάτια
βέρο = αληθινό
βίτα = ζωή
σονάριζε = έπαιζε (πνευστο μουσικό όργανο)
όκια = μάτια
τσερβέλο = κεφάλι
βίβος = ζωντανός
μόρτος = πεθαμένος
ζιφολέμονο = λεμονόκουπα
ιπούντο = ακριβώς
πάω καλιά μου = πάω στο καλό, πάω στο σπίτι, στη δουλειά κ.λπ.
έφτακε = έφτασε
μπριχού = πριν
στάτουα = άγαλμα
πάσσο = βήμα 
τζούστα = σωστά
καστίγο = μαρτύριο-βάσανο
βεραμέντε = αλήθεια
μούσκλωσε = μούτρωσε
γιακέτα = σακάκι
αλασκάγια = στον ώμο
τριάρατος = διαολισμένος
γράδα = μέτρα
γαζέτα = χρήμα
εθαραπάηκα = ευχαριστήθηκα
χρίζομαι = λερώνομαι
τράουζα = παντελόνι
σιόρα = κυρά

Youtube Feed

Instagram Feed

kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)

Copyright © 2002 - 2018 kefalonitis.com
Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του kefalonitis.com διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση.
Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

Dual Design Agency