Το online περιοδικό για την Κεφαλονιά
23/03/2010

Μικέλης Άβλιχος, 90 χρόνια από το θάνατό του

Με αφορμή τα 90 χρόνια από το θάνατο του Μικέλη Άβλιχου δίνεται η ευκαιρία να γίνει λόγος για μια ξεχωριστή προσωπικότητα της Κεφαλονιάς. Το 1844 γεννιέται στο Ληξούρι ένας άνθρωπος με πολλές διαφορετικές και ίσως αντιφατικές πτυχές στο χαρακτήρα του, ώστε η έρευνα για αυτόν να γίνεται πολύ ενδιαφέρουσα.

 

Πρόκειται για ένα σατιρικό που στα ποιήματά του αποφεύγει το στομφώδες ύφος και το παρωδεί όταν το συναντά σε άλλους ποιητές, όπως στον Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, μένοντας πιστός στην Σολωμική σχολή και την Επτανησιακή παράδοση. Διάλεξε να ζήσει σε ηθελημένη αφάνεια και μετριοφροσύνη ενώ πολλές φορές παρεξηγήθηκε για κάποιες πράξεις του. Η ζωή του είναι ένα «άγραφο βιβλίο» και το σύστημά του να μην αλληλογραφεί με κανέναν το ονόμαζε «γραμματοαγραφία». Ακόμα και το έργο του μετά το θάνατό του ήταν διασκορπισμένο και στη συνέχεια έγιναν προσπάθειες συγκέντρωσης των ποιημάτων του. Αυτό οφείλεται όχι μόνο στο γεγονός ότι δεν ήταν πολυγραφότατος, αλλά και στο ότι ήταν πολύ αυστηρός με τους στίχους του και δύσκολα έμενε ικανοποιημένος από αυτούς, ώστε να τους δημοσιεύσει ή να τους δώσει στους φίλους του. Επίσης, συνήθιζε να λέει χαρακτηριστικά «ούτε η τωροφημία ούτε η υστεροφημία με γνοιάζουνε» και εξαιτίας της μετριοφροσύνης του έμεινε για πολλά χρόνια στην αφάνεια.

Από μικρός βρέθηκε σε εξαιρετικό κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον κοντά στον Λασκαράτο, τους Ιακωβάτους, τον Ανδρέα και Ιωσήφ Μομφεράτο και τους Ριζοσπάστες. Μην ξεχνάμε ότι το 1859 εκδίδεται το έργο του Διονυσίου Σολωμού συγκεντρωμένο από τον Ιάκωβο Πολυλά. Ο Μικέλης Άβλιχος θα συνεχίσει την μεγάλη παράδοση των Επτανησίων. Φοίτησε στο Πετρίτσειο Γυμνάσιο Ληξουρίου και συνέχισε τις σπουδές του σε σημαντικά πνευματικά κέντρα της Δύσης τη χρονική περίοδο 1867-1877. Εκεί έρχεται σε επαφή με τον Ρώσο αναρχικό Μπακούνιν και δέχεται τα δόγματά του. Είχε την αντίληψη ότι Αναρχία είναι η απαλλαγή από τις προλήψεις και τις δεισιδαιμονίες. Επίσης, γνώρισε τους κύκλους της Κομμούνας στο Παρίσι. Ίσως τότε να γνώρισε για πρώτη φορά τον Ιωάννη Ψυχάρη με τον οποίο θα έχει επικοινωνία και αργότερα καθώς συμφωνούν οι απόψεις τους σχετικά με τη δημοτική γλώσσα. Το 1888 θα εμφανιστεί ο Ψυχάρης στα ελληνικά γράμματα του οποίου τα διδάγματα θα ακολουθήσει ο Κωστής Παλαμάς. Είναι μια κρίσιμη περίοδος για την ελληνική γλώσσα και το γλωσσικό ζήτημα, με αποκορύφωση το κάψιμο της μετάφρασης του Ευαγγελίου το 1901.

Το 1878 και σε ηλικία 34 ετών επέστρεψε οριστικά στο Ληξούρι, όπου θα ζήσει στην αφάνεια τα υπόλοιπα 40 χρόνια της ζωής του. Το Ληξούρι που κατά την Ενετοκρατία υπήρξε σπουδαίο πνευματικό κέντρο, στην εποχή του Άβλιχου βρισκόταν σε παρακμή. Έχει χαθεί πια η παλιά άνθηση και τα Επτάνησα έχουν ενωθεί με την υπόλοιπη Ελλάδα όπου επικρατεί ο λογιοτατισμός του Αχιλλέα Παράσχου. Αυτό είναι το κατάλληλο κλίμα για να αναπτύξει τη σάτιρά του. Παίρνει τη θέση ελεύθερου σκοπευτή και καυτηριάζει με τους στίχους του τα κακώς κείμενα. Δηλώνει το παρόν και σχολιάζει όλα τα γεγονότα, όχι μόνο σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο. Έτσι το 1909 ενθουσιάζεται με το κίνημα στο Γουδί γράφοντας το ποίημα «Ανόρθωσι» αλλά την επόμενη χρονιά απογοητεύεται όταν στις βουλευτικές εκλογές ο λαός ψήφισε τους ίδιους βουλευτές που κατηγορούσε ως φαύλους και διεφθαρμένους. Επίσης, με αφορμή ένα βιβλίο που έλαβε με φουτουριστικό περιεχόμενο το οποίο όπως έλεγε δε μπορούσε να το καταλάβει, δε δίστασε να εκφράσει την αρνητική του άποψη για το φουτουρισμό γράφοντας στην ιταλική γλώσσα επίγραμμα που σατιρίζει το ιταλικό αυτό λογοτεχνικό κίνημα. Στη συνέχεια η εφημερίδα «Εστία» αναδημοσιεύοντάς το θα σχολιάσει ότι ο Άβλιχος «είναι ένας εκ των ευφυεστέρων και πλέον εμπνευσμένων επτανησίων σατιρικών».

Άλλο ένα από τα στοιχεία που τον χαρακτήριζαν ήταν το γεγονός ότι ήταν Τέκτων και αυτή ήταν η αιτία να περιοριστεί ακόμα περισσότερο ο κύκλος των συναναστροφών του εφόσον κάτι τέτοιο εκείνη την εποχή καταδικαζόταν σε κοινωνική απομόνωση. Ωστόσο, αυτό δεν εμπόδιζε το θρησκευτικό του αίσθημα. Πάνω από το γραφείο του, δίπλα από την φωτογραφία του Μπακούνιν, υπήρχε η εικόνα του Αγίου Ανδρέα που εικονίζεται σταυρωμένος ανάποδα. Εξαιτίας αυτής της εικόνας ανοίγει ένας νέος κύκλος παρεξηγήσεων για τον Άβλιχο, καθώς οι κακές γλώσσες έλεγαν ότι κρεμάει ανάποδα τους Αγίους από περιφρόνηση.

Κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο (1914-1917) η Ελλάδα μπαίνει στην Παγκόσμια σύρραξη το 1917 μετά από έναν Εθνικό Διχασμό (Βασιλιάς Κωνσταντίνος - Βενιζέλος) και θαλάσσιο αποκλεισμό από τους Αγγλογάλλους. Η απόβασή τους στην Κεφαλονιά από το 1916 οδήγησε το νησί σε έλλειψη τροφίμων, ενώ υπήρξαν και αρκετά θύματα από την πείνα. Ο Άβλιχος ξεσπά σε δριμύτατους, πικρόχολους, σαρκαστικούς και ειρωνικούς στίχους. Ο πόλεμος τον εξοργίζει ειδικά όταν βλέπει τον τόπο του να ρημάζει. Άδικα κάποιοι τον κατηγόρησαν για φιλοβασιλισμό και Καϊζερο-Γερμανολατρεία.

Ο Μικελάκης, όπως του άρεσε να τον φωνάζουν (καθώς η κατάληξη -άκης ήταν τιμητική), έζησε σημαντικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν εκείνη την εποχή και ήρθε σε επαφή με εξέχουσες προσωπικότητες και κινήματα που επηρέασαν την ιστορία. Μετά την οριστική επιστροφή του στο Ληξούρι ασχολήθηκε με την Σάτιρα. Οι φιλίες του ήταν πνευματικές και λόγω της καλλιέργειάς του περιορισμένες. Ένιωθε σεβασμό και δενόταν ψυχικά με τους Ανδρέα Λασκαράτο, Ανδρέα Μομφεράτο, Παναγιώτη Πανά και τους άλλους ομοϊδεάτες Ριζοσπάστες. Επίσης, είναι γνωστή η αλληλογραφία του Άβλιχου με τον Κωστή Παλαμά, ο οποίος όταν πληροφορήθηκε τον θάνατό του μιλά με επαινετικά λόγια για την προσωπικότητα και το έργο του στο άρθρο του «Οι παραγκωνισμένοι», κείμενο που παρατίθεται ως κριτικό σημείωμα στην έκδοση του Χ. Λιναρδάτου, Μικέλη Άβλιχου Τα Ποιήματα.

Ανίατη αρρώστια που επιδεινώθηκε από το ναυτικό αποκλεισμό του νησιού από τους Αγγλογάλλους και την έλλειψη τροφίμων, οδήγησε τον Άβλιχο στο Νοσοκομείο Αργοστολίου. Όταν του χάρισαν λουλούδια και σηκώθηκε από το κρεβάτι να τα προσφέρει σε μια άρρωστη νοσοκόμα ξαφνικά ζαλίστηκε και πρόλαβε μόνο να πει χαρακτηριστικά «Το φως μου, σβηέμαι». Ήταν 29 Νοέμβρη 1917. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει το τελευταίο του έργο, την «Πινακοθήκη της Κολάσεως». Με το θάνατό του έσβησε και ο τελευταίος εκπρόσωπος της Σολωμικής Σχολής.

Εις τον ποιητή Παλαμά
Απόκριση εις ένα γράμμα του

Συνάδελφο με κράζεις ποιητή,
εσύ «πηγή ύδατος αλλομένου»,
Νάμα ψαλμού, ζωής, πατρίδας, αίνου,
που αιώνια Ελλάδα βουίζει θαυμαστή
Και άμποτε απ' αυτό να ποτιστεί
το χώμα αυτού του τόπου του καμένου
Και να' ναι και η βουλή του πεπρωμένου
ξανά με δάφνες νέες να στολιστεί
Μα εγώ είμαι έρημου βράχου μια βρυσούλα
που έρημο ρέει σ' έρημο γιαλό
Και ρέει Σα να κλαίει την ερμιά της
Και μόνο νύχτα μέρα, βράδυ, αυγούλα
κρένει με του πελάου το βογκητό
κι αν έρθει φτερωτός να πιή διαβάτης.

Η Πινακοθήκη της Κολάσεως
Προοίμιον

Την κόλαση με εικόνες να στολίση
Εμπήκε στου διαβόλου το κεφάλι
Κ' εγύρισε τον κόσμο να ζητήση
Πρόσωπα, που ν' αρμόζη εκεί να βάλη
Μα πουθενά δεν ηύρε να εκτιμήσηΚακίας βάθος, που να κάνη ζάλη
Σα στην Κεφαλονιά, και ν' αγαπήση
Ψυχές σατανικές, φρικώδη κάλλη.
Κι αγγάρεψε κι εμέ φτωχό ζωγράφο
Που κάπου είχε δική μου ιδή δουλειά
Για της πινακοθήκης του τεχνίτη 
Γι' αυτό με πίσσα και με θειάφι γράφω    
Κ' η Μούσα μου στον άχαρο μπελιά  
Με την κακή μου τύχη κλαίει και φρίττει. 

Το τραγούδι
Στον ποιητή Μικέλη Αβλιχο του Ληξουριού

Ρεμματαριά η βρυσούλα ή ποταμός,
ζωής νάμα το νερό του τραγουδιού,
πότε μιας πολιτείας ο ταραμός
πότε μέρωμα τα αγρίου λαγκαδιού.
Ρέει, κλαίει. Το πίνει ο φτερωτός διαβάτης
για να υψωθή στ' αγνά και στ' ανοιχτά
Η αμαρτωλή ψυχή την παρθενιά της
μέσα του Σα λουστή ξαναποχτά.
Και στη φήμη και κάτω από τη λήθη
Και σα στων Ολυμπίων το πλευρό
πάει το τραγούδι. Ο κόσμος παραμύθι
το τραγούδι, το αθάνατο νερό.
Κι αν τίποτε δεν ηύρε να ποτίση
κι αταίριαστο κυλάει κ' ερμαδιακό
με το δικό του μοναχά μεθύσι
ζη, θεριεμένο ή πράο, βασιλικό.

 

Κ. ΠΑΛΑΜΑΣ

Η τριανταφυλλιά

Σε μια τριανταφυλλιά που μου στολίζει
όλ' ανθισμένη το μικρό μου ανθώνα
έδωσα τα' όνομά σου το χρυσό.
Κι όπως εκείνη τούτο δεν γνωρίζει,
δεν ξέρεις και συ πόσο σ' αγαπώ.
Συ πώχεις τα χρυσά μαλλιά κορώνα,
Βασίλισσά μου, φίλημα δειλό,
ειν' το μικρό μου αυτό φτωχό τραγούδι
που προς εσέ πετάει ερωτεμένο
σαν πεταλούδα σ' όμορφο λουλούδι
για να σου πώ το πόσο σ' αγαπώ
για να σου πώ το πώς για σε πεθαίνω.

 

Βιβλιογραφία:
1.Χαρ. Λιναρδάτος, Μικέλη Άβλιχου Τα Ποιήματα. Κριτικό σημείωμα Κωστή Παλαμά, Αθήνα, 1959.
2.Α. Ρουχωτάς, Τα Άπαντα Μικέλη Άβλιχου, Αθήνα 1976

 

Κείμενα-Παρουσίαση: Χαρά Καλογηράτου
Φιλόλογος

 

 

Youtube Feed

Instagram Feed

kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)
kefalonitis (kefalonitismag)

Copyright © 2002 - 2018 kefalonitis.com
Το σύνολο του περιεχομένου και των υπηρεσιών του kefalonitis.com διατίθεται στους επισκέπτες αυστηρά για προσωπική χρήση.
Απαγορεύεται η χρήση ή επανεκπομπή του, σε οποιοδήποτε μέσο, μετά ή άνευ επεξεργασίας, χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη.

Dual Design Agency