Φορολογική επιβάρυνση: Παραμένει στα ύψη του 2019 παρά τη μείωση συντελεστών – Αποκαλυπτική έρευνα ΚΕΦΙΜ
Τα κρατικά έσοδα από φόρους και εισφορές έχουν γιγαντωθεί από το 2019, ενώ η φορολογική επιβάρυνση της οικονομίας παραμένει στο 41,5% του ΑΕΠ, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Παρά τις διαδοχικές φορολογικές ελαφρύνσεις που προβάλλει η κυβέρνηση, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει την ίδια συνολική φορολογική επιβάρυνση με το 2019, αισθητά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το κράτος εισπράττει σχεδόν 27 δισ. ευρώ περισσότερα, οι έμμεσοι φόροι στην κατανάλωση – και μάλιστα σε βασικά αγαθά – είναι από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, ενώ οι δαπάνες για υγεία, παιδεία και οικογένειες παραμένουν πίσω από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές.
Μια αποκαλυπτική εικόνα για το πόσα χρήματα συγκεντρώνει το ελληνικό κράτος και πού επιλέγει να τα διαθέσει παρουσιάζει η νέα ανάλυση του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), με βάση τα τελευταία στοιχεία της Eurostat.
Η μελέτη, την οποία υπογράφουν ο πρόεδρος του ΚΕΦΙΜ Νίκος Ρώμπαπας και ο επικεφαλής Ερευνών Κωνσταντίνος Σαραβάκος, αναδεικνύει μια βασική αντίφαση της οικονομικής πολιτικής: οι φορολογικοί συντελεστές μειώθηκαν, αλλά το συνολικό μερίδιο της οικονομίας που εισπράττει το κράτος από φόρους και εισφορές δεν περιορίστηκε. Την ίδια στιγμή, η κατανομή των δημόσιων δαπανών δημιουργεί ερωτήματα για τις προτεραιότητες της κρατικής πολιτικής.

Οι φόροι μειώνονται, οι εισπράξεις αυξάνονται
Σύμφωνα με την ανάλυση, το 2025 τα έσοδα από φόρους και κοινωνικές εισφορές αντιστοιχούσαν στο 41,3% του ΑΕΠ, ακριβώς όσο και το 2019. Ο μέσος όρος των 27 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν 37,9%.
Η διαφορά των 3,4 ποσοστιαίων μονάδων δεν είναι συγκυριακή. Σε ολόκληρη την εξαετία η Ελλάδα παρέμεινε πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τη μεγαλύτερη απόκλιση να καταγράφεται το 2022, όταν η επιβάρυνση έφτασε στο 42,8% του ΑΕΠ.
Σε πραγματικά ποσά, τα φορολογικά έσοδα και οι εισφορές αυξήθηκαν από 76,4 δισ. ευρώ το 2019 σε 103,2 δισ. ευρώ το 2025. Δηλαδή, 26,8 δισ. ευρώ περισσότερα, αύξηση περίπου 35% σε ονομαστικές τιμές.
Η αύξηση αυτή δεν σημαίνει ότι κάθε φορολογούμενος πληρώνει 35% περισσότερα. Αποτυπώνει, ωστόσο, τη σημαντική ενίσχυση των κρατικών εισπράξεων.
Ενδεικτικό είναι ότι, από τις 27 χώρες της ΕΕ, οι 16 αύξησαν τη φορολογική τους επιβάρυνση μεταξύ 2019 και 2025, οι δέκα τη μείωσαν και η Ελλάδα ήταν η μοναδική όπου παρέμεινε ακριβώς αμετάβλητη.

Η τέταρτη υψηλότερη επιβάρυνση από έμμεσους φόρους
Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της ελληνικής φορολογίας βρίσκεται στις καθημερινές αγορές. Οι έμμεσοι φόροι, που επιβαρύνουν αγαθά και υπηρεσίες, αποφέρουν έσοδα ίσα με το 17,2% του ΑΕΠ, έναντι 13,4% στην ΕΕ. Η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη υψηλότερη θέση μεταξύ των 27 χωρών. Μόνο ο ΦΠΑ αντιστοιχεί στο 9,4% του ΑΕΠ, έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου 7,2%.
Πρόκειται για μια επιλογή με ιδιαίτερη κοινωνική βαρύτητα. Ο ΦΠΑ στην ίδια αγορά είναι ίδιος για όλους, ανεξάρτητα από το εισόδημά τους. Ωστόσο, επιβαρύνει αναλογικά περισσότερο ένα νοικοκυριό που διαθέτει σχεδόν ολόκληρο τον μισθό του για βασικές ανάγκες. Αντίθετα, τα έσοδα από άμεσους φόρους στην Ελλάδα βρίσκονται στο 11% του ΑΕΠ, κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 12,2%. Οι κοινωνικές εισφορές φτάνουν στο 13%, έναντι 12,1%. Η εικόνα δείχνει μια οικονομία στην οποία η κατανάλωση αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική πηγή κρατικών εσόδων.
Πώς η ακρίβεια γεμίζει τα δημόσια ταμεία
Η κυβέρνηση έχει ανακοινώσει 83 μειώσεις φόρων και εισφορών από το 2019 έως το 2025, σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει η μελέτη. Από αυτές, μόλις 25 αφορούν την έμμεση φορολογία. Γιατί, λοιπόν, δεν μειώθηκε η συνολική επιβάρυνση; Μία εξήγηση είναι ο πληθωρισμός. Όταν αυξάνεται η τιμή ενός προϊόντος, αυξάνεται και το ποσό του ΦΠΑ που εισπράττει το κράτος, ακόμη κι αν ο συντελεστής παραμένει ίδιος. Ένα προϊόν που κοστίζει 100 ευρώ προ ΦΠΑ αποδίδει φόρο 24 ευρώ με συντελεστή 24%. Αν η τιμή του αυξηθεί στα 120 ευρώ, ο φόρος γίνεται 28,80 ευρώ. Η ίδια ακρίβεια που περιορίζει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών μπορεί, επομένως, να αυξάνει τις κρατικές εισπράξεις.
Υπάρχει και η λεγόμενη «δημοσιονομική ολίσθηση». Όταν οι μισθοί αυξάνονται ονομαστικά, αλλά τα φορολογικά κλιμάκια δεν αναπροσαρμόζονται, ο εργαζόμενος μπορεί να πληρώνει περισσότερο φόρο χωρίς αντίστοιχη πραγματική αύξηση του εισοδήματός του.
Η ανάλυση καταγράφει σωρευτική αύξηση του προσαρμοσμένου ετήσιου μισθού πλήρους απασχόλησης κατά 12,4% την περίοδο 2019–2024, ενώ ο σωρευτικός πληθωρισμός την περίοδο 2020–2024 έφτασε περίπου το 16,5%. Με άλλα λόγια, ενώ οι ονομαστικές α υξήσεις του μισθού υπολείπονται του πληθωρισμού, μισθωτός πληρώνει «πέναλτι» ενώ στην πράξη η αγοραστική του δύναμη μειώνεται.
Στην αύξηση των εσόδων συνέβαλαν επίσης η μεγαλύτερη απασχόληση, η οικονομική δραστηριότητα και η αποτελεσματικότερη είσπραξη φόρων μέσω ηλεκτρονικών συναλλαγών και διασύνδεσης των ταμειακών μηχανών με τα POS.

Το κράτος δαπανά περισσότερα, αλλά όχι στην υγεία και την παιδεία
Εξίσου ενδιαφέρον είναι το πού καταλήγουν τα χρήματα. Το 2024 οι συνολικές δημόσιες δαπάνες στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν στο 48,2% του ΑΕΠ, έναντι 45,9% στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Παρά τη μεγαλύτερη συνολική δαπάνη, η Ελλάδα διαθέτει μικρότερο μερίδιο της οικονομίας της στην υγεία και την εκπαίδευση.
Για την υγεία δαπανά το 5,7% του ΑΕΠ, έναντι 6,8% στην ΕΕ, και για την παιδεία το 3,9%, έναντι 5%.
Αντίθετα, στις γενικές δημόσιες υπηρεσίες, κατηγορία που περιλαμβάνει διοικητικές λειτουργίες και εξυπηρέτηση χρέους, η ελληνική δαπάνη φτάνει στο 8,3% του ΑΕΠ, έναντι 5,6% στην ΕΕ.
Μειώνεται η κοινωνική προστασία
Ακόμη μεγαλύτερες είναι οι ανισορροπίες στην κοινωνική προστασία. Από κάθε 1.000 ευρώ που δαπανά το ελληνικό κράτος στον συγκεκριμένο τομέα, 786 ευρώ κατευθύνονται σε συντάξεις γήρατος και επιζώντων, έναντι 618 ευρώ στην ΕΕ.
Για οικογένειες και παιδιά διατίθενται μόλις 51 ευρώ, έναντι 124 ευρώ στον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Για ασθένεια και αναπηρία προβλέπονται 85 ευρώ, έναντι 141 ευρώ. Στην ανεργία κατευθύνονται 40 ευρώ, στον κοινωνικό αποκλεισμό 28 ευρώ και στη στέγαση μόλις 11 ευρώ.
Η σύγκριση δεν σημαίνει ότι πρέπει να περιοριστούν οι συντάξεις. Αναδεικνύει, όμως, πόσο μικρό μέρος των κοινωνικών πόρων απομένει για τη στήριξη των οικογενειών, των παιδιών και των ανθρώπων με αναπηρία. Μάλιστα, μεταξύ 2019 και 2024, η συνολική δαπάνη κοινωνικής προστασίας στην Ελλάδα υποχώρησε από 19,6% σε 17,7% του ΑΕΠ, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αυξήθηκε από 16,2% σε 17%.
Πηγή :https://www.in.gr
ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ
Ενοικιάζεται νεόδμητο διαμέρισμα στο Αργοστόλι
Το Χρώμα της Χρονιάς για το 2027 από την Vitex είναι latte
Η Βρετανία δεν τροποποιεί τη νομοθεσία που εμποδίζει τη μόνιμη επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα
Αποθέματα νερού: Αύξηση 54,4% στους ταμιευτήρες της ΕΥΔΑΠ σε έναν χρόνο – Τι δείχνουν τα στοιχεία
«Δεν είναι ΑΙ» – Εξωπραγματική αστροφωτογραφία δείχνει πώς ο ουρανός αλλάζει
Karl Bushby: Ο άνθρωπος που περπάτησε τον κόσμο, επέστρεψε επιτέλους σπίτι
ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
T.Ψ.Μ.Ε Ιονίου Πανεπιστημίου: Ημερίδα «Περιβάλλον, Ανακύκλωση, Επικοινωνία»
Aγώνας ορεινού τρεξίματος «Σουλάτσο στο Κρανηπάτι»
Χορωδία και Μαντολινάτα Αργοστολίου: «Αντάμωμα με την Κεφαλονιά και τη μουσική της»
Συνεχίζονται οι Βραδιές Γαλλικού Κινηματογράφου στην Alliance Française Αργοστολίου
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
Οι 5 θρυλικές σειρές που έγραψαν ιστορία στην τηλεθέαση
Τα απομεινάρια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου στο υπόστρωμα της Κεφαλονίτικης γης
Odd Frame: Διασώζοντας τις φωνές και τις μνήμες της Κεφαλονιάς του ’53







