Ο Ερημίτης της Κεφαλονιάς
Λέξεις: Γεράσιμος Σωτ. Γαλανός
Με βήμα αργό και βαρύ περπατούσε στους δρόμους του Ληξουρίου ο πάτερ Νικόλαος. Έτσι τον λέγαμε όλοι, έτσι τον ξέραμε: ο πάτερ Νικόλαος. Μέτριος στο ανάστημα, με μαλλιά ριχτά στους ώμους, ασπρισμένα εξ ολοκλήρου, πιγμένα στη ρίζα τους πάνω στην κεφαλή· μ’ ένα πλατύ σακάκι, σαν κοντόρασο, με δυο αθεόρατες τσέπες — ή καλύτερα, έμοιαζε εκείνο το σακάκι με κοντογούνι από εκείνα που φορούν οι τσοπαναραίοι στο Πυργί. Δυο-τρεις μικρές εικόνες αγίων στο στήθος του, στερεωμένες με αλυσίδες και μικρά σταυρουδάκια, συμπλήρωναν τη φιγούρα του, που ήταν αξιοπρόσεκτη. Το σύνολό του ως ύπαρξη το ολοκλήρωναν τα πλατιά παπούτσια δεμένα με σχοινί και το χέρι που κρατούσε έναν μεγάλο σταυρό από καλάμι — όπως εκείνον που οι αγιογράφοι εικονίζουν στον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Πολλές φορές κουβαλούσε και μια ταρκαζίτα με μικροπράγματα.
Τον σεβόμασταν στο Ληξούρι. Έμενε για πολλά χρόνια στο Γηροκομείο της πόλης. Πέρασαν οι μέρες και τα χρόνια· έφυγε από τη ζωή το 1976 και κανείς δεν τον αναζήτησε, ούτε να γράψει δυο γραμμές γι’ αυτόν. Τίποτα κρουστό μέσα στην πολύβουη καθημερινότητά μας.
Θυμάμαι τον ήχο της φωνής του, όταν, βλέποντας τους περαστικούς από την ψάθινη καρέκλα του μαγαζιού του πατέρα μου, τους έλεγε κάτι προορατικό, κάτι χριστιανικό, κι αυτοί έπαιρναν το μήνυμα. Ήταν γνωστό πως «προφήτεψε» έναν σεισμό στην Πάτρα. Εκεί τον είχαν κλείσει για λίγο στη φυλακή — τον θεωρούσαν τρελό. Την τελευταία μέρα, χτυπώντας δυνατά το μπαστούνι του στο έδαφος, είπε: «Θα κάνει σεισμό». Και την ίδια στιγμή… έγινε σεισμός! Οι φύλακες φοβήθηκαν και τον άφησαν ελεύθερο.
Ένιωθε, έλεγαν, τις μικρές σεισμικές δονήσεις — «εφκείνες τις διαολικές κεφαλονίτικες ενέργειες» — και προέβλεπε πότε θα ξεσπάσουν.

Αν κάτι κακό έκανες ή τον πείραζες, σου αμολούσε μια κουβέντα τρομακτική στην ψυχολογία της: «Θα σε μαρμαρώσω, κάτσε καλά!» Εμείς, τα παιδιά του Ληξουρίου — κι εγώ μέσα, το πιο ήσυχο απ’ όλα, βέβαια — του λέγαμε: «Κάμε, πάτερ Νικόλαε, το νερό της βρύσης κρασί κόκκινο!» Τον θέλαμε θαυματοποιό, για να στεριώσουμε μέσα μας τη φιγούρα του. Εκείνος χαμογελούσε, ψέλλιζε κάτι υμνογραφικό και έφευγε σιωπηλός.
Μια φορά, αφού του κάναμε το μικρό πείραγμα, σηκώθηκε ατάραχος. «Άντε», είπε, «καιρός να πάω τη βόλτα μου». Πήρε τον δρόμο στο πλάι του ποταμού του Ληξουρίου και χάθηκε προς τη Σμπάρα. Τον ακολούθησα με το ποδήλατο στο χέρι. Στάθηκε στο ερείπιο του Σαγβινάτσου, κοντοστάθηκε κι ευλόγησε το χωροερείπιο.
Αργότερα έμαθα πως εκεί στεκόταν κάποτε ένα σανατόριο για τους χολεριασμένους, γύρω στα 1850 — ένα νοσοκομείο παρηγοριάς. Μου είπαν πως, αν έχεις καθαρή καρδιά, μπορείς ακόμη να αισθανθείς τα βογγητά των ψυχών που χάθηκαν εκεί.
Τον τραβούσε αυτός ο τόπος. Ένιωθε πως οι ψυχές των πονεμένων αρρώστων μιλούσαν μέσα από πηγάδι βαθύ και ζητούσαν ανάπαυση. «Δέξου, Θεέ μου, την πεθυμιά της καταπράυνσης των πονεμένων ψυχών», τον άκουσα να μουρμουρίζει, κι έπειτα πήρε τον δρόμο της επιστροφής για το Γηροκομείο.
Χρόνια μετά, τον ρώτησα: «Γιατί, πάτερ Νικόλαε, στου Σμπάρα πηγαίνετε πάντα πριν πέσει η μέρα;» Κι εκείνος, με φωνή τρεμάμενη, μου απάντησε: «Μαζεύονται τα βράδια οι ψυχές στο ύψωμά τους, σε έναν λόφο. Και λένε, και κλαίνε, και χαίρονται — ανάλογα με τις θύμησες των δικών τους προς αυτές».


Πλησίαζαν Χριστούγεννα του 1975. Χτύπησε η πόρτα του σπιτιού μας. Ήταν ο πάτερ Νικόλαος. Έδωσε στη μάνα μου έναν πάνινο ταρκασά. «Ρηγγίνα, πάρε τούτο που σου έχω υποσχεθεί. Είναι τρεις εικόνες — ο Χριστός, η Βάπτισή Του και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος. Είναι ο δικός μου εφκείνος. Θέλω να τον προσέχεις».
Τότε κατάλαβα πως ο πάτερ Νικόλαος είχε ως πρότυπό του τον Ιωάννη τον Πρόδρομο. Έτσι ένιωθε και την Άκολη — σαν τον δικό του Ιορδάνη ποταμό. Οι εικόνες εκείνες υπάρχουν ακόμη στο εικονοστάσι του πατρικού μας.
Προσπάθησα να μάθω περισσότερα για τη ζωή του. Δύσκολο. Τα ίχνη του λίγα. Ρώτησα τον Άγγελο Φλωράτο από το Πυργί, που μου επιβεβαίωσε τα γραφτά μου: Νικόλαος Λυμπεράτος, από το Τσακαρισιάνο Πυργί. Γεννημένος το 1895, παντρεμένος με τη Σουσάνα Φωκά. Δεν είχαν παιδιά. Τον πείραζαν, τον έλεγαν «Σπανονικόλα» ή «Τρελονικόλα». Καλλιεργούσε τα φωκαίικα κτήματα γύρω από την Άκολη. Όταν πέθανε η γυναίκα του, η μοναξιά φώλιασε μέσα του. Βρήκε παρηγοριά στα θεία πράγματα, στον λόγο της Εκκλησίας.
Στα χρόνια του Εμφυλίου, φοβούμενος τους αντάρτες, έστηνε το κρεβάτι του μέσα στον καλαμιώνα της Άκολης — για να προφυλάξει την ψυχή του και τους συγχωριανούς του από τη βία. «Καλάμωνε την ψυχή του», έλεγαν, «προς το Ορθό της Ψυχής».
Τον είπαν «Άγιο της Άκολης» και «Ερημίτη της Κεφαλονιάς». Έζησε ταπεινά, ήσυχα, με καθαρή συνείδηση. Έφυγε το 1976, χωρίς δάκρυ να κυλήσει — μια θεία ευλογία, μια λύτρωση Θεού.
Κάθε φορά που τον θυμάμαι, μου έρχεται στο νου το ρητό του Αποστόλου Παύλου:
«Το μωρόν του Θεού σοφώτερον των ανθρώπων εστί.» (Α΄ Κορινθίους 1:25)
Κι αν κάτι νιώθω πως θέλει να μείνει γραμμένο σήμερα, είναι αυτό: Το “μωρό” του Θεού είναι εκείνο που σου αλλοιώνει, άνθρωπε, τη δεξιά του Νου.
RETRO
ΡΕΤΡΟ: Η ιστορία των προσεισμικών ναών του Αργοστολίου σε μια φωτογραφία
ΡΕΤΡΟ: Πανηγύρι δεκαπενταύγουστου πριν από 20 χρόνια
ΡΕΤΡΟ: Το πριν και το μετά στη περιοχή Λικιαρδοπουλάτα
ΡΕΤΡΟ: Μαγιάτικοι εορτασμοί του Αγίου Νικολάου – Ποιες εκκλησίες της Κεφαλονιάς γιορτάζουν
ΡΕΤΡΟ: Τα προσεισμικά Φάρσα στην Κεφαλονιά
ΡΕΤΡΟ: Ο Μικέλης του Μικελάκη
ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ
Εγκαίνια νέου τάπητα στίβου στο Δημοτικό στάδιο Αργοστολίου
Τουρνουά ΑΡΓΟΣΤΟΛΙΟΥ «3X3 Streetball – Τάπα στη βία και στον ρατσισμό»
Ένας νέος θεατρικός σύλλογος κάνει πρεμιέρα στις 22 Μαϊου με τολογοτεχνικό θεατρικό διαμαντάκι της Σώτης Τριανταφύλλου«Πιτσιμπούργκο».
Π.Σ. Φωκάτων: Δράση στοχευμένης Εθελοντικής αιμοδοσίας
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
Crepaland: Ιστορία σε κάθε μπουκιά!
Πάσχα με άρωμα παράδοσης στη «Voskopoula Since 1910»
Πασχαλινές δημιουργίες από το Χαροκόπειο Εργαστήριο Κεφαλονιάς @Πλατεία Καμπάνας [09.04.2025]





