Skip to main content
«Happy Day»: H ταινία του Βούλγαρη και η μουσική του Σαββόπουλου, 50 χρόνια μετά
«Happy Day»: H ταινία του Βούλγαρη και η μουσική του Σαββόπουλου, 50 χρόνια μετά
22 Οκτωβρίου 2026

«Happy Day»: H ταινία του Βούλγαρη και η μουσική του Σαββόπουλου, 50 χρόνια μετά

Με αφορμή τη συμπλήρωση ενός έτους από τον θάνατο του κορυφαίου τραγουδοποιού.

Η ταινία «Χάππυ Νταίη» σε σκηνοθεσία Παντελή Βούλγαρη και με σάουντρακ συντεθειμένο από τον Διονύση Σαββόπουλο είναι μία από τις πιο γνωστές του επονομαζόμενου Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου. (Όταν αναφερόμαστε στην ταινία, θα τη γράφουμε «Χάππυ Νταίη», γιατί έτσι είναι γραμμένη στους τίτλους αρχής, ενώ όταν αναφερόμαστε στο σάουντρακ θα το γράφουμε «Happy Day», γιατί έτσι είναι γραμμένο στο εξώφυλλο του δίσκου). Λογικά, ταινία και σάουντρακ, ετοιμάστηκαν την άνοιξη και το καλοκαίρι του 1976, με την πρώτη προβολή να συμβαίνει στις 29 Σεπτεμβρίου εκείνης της χρονιάς στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο του 17ου Ελληνικού Φεστιβάλ Κινηματογράφου (24 Σεπτεμβρίου-3 Οκτωβρίου).

Η ταινία, κατά γενική ομολογία, ήταν η καλύτερη της διοργάνωσης, γεγονός που θα αποτυπωνόταν στα τρία βασικά βραβεία τα οποία θα λάμβανε – πρώτο βραβείο ταινίας μεγάλου μήκους, σκηνοθεσίας (για τον Βούλγαρη) και μουσικής (για τον Σαββόπουλο), μαζί με 1η τιμητική διάκριση για τους ηθοποιούς Στάθη Γιαλελή, Σταύρο Καλάρογλου, Γιώργο Μοσχίδη, Ζωρζ Σαρρή, Κωνσταντίνο Τζούμα, 3η τιμητική διάκριση για τον ηχολήπτη Θανάση Αρβανίτη, συν το βραβείο των κριτικών. Λίγες μέρες αργότερα, στις 25 Οκτωβρίου 1976, το «Χάππυ Νταίη» θα έβγαινε και στις αίθουσες α’ προβολής Αθηνών, Πειραιώς και προαστίων πρωτεύοντας, με 61.503 εισιτήρια, σε μία από τις χειρότερες, από εισπρακτικής πλευράς, σεζόν στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Το πρώτο που βλέπουμε στο «Χάππυ Νταίη» είναι πως… «ο χώρος της ταινίας, ο χρόνος και τα πρόσωπα είναι φανταστικά», όταν όλοι ξέρουν πως ο χώρος είναι η Μακρόνησος, που σημαίνει πως και ο χρόνος είναι επικαθορισμένος. Γιατί τέτοια σπουδή, για μια ταινία του 1976, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος. Προφανώς, γιατί, ακόμη και το 1976, το κινηματογραφικό έργο πληττόταν βάναυσα από την προληπτική λογοκρισία.

Το «Χάππυ Νταίη» είχε σενάριο του Βούλγαρη, με τη βασική ιδέα να είναι δανεισμένη από το βιβλίο (μυθιστόρημα) του Ανδρέα Φραγκιά «Λοιμός», που είχε κυκλοφορήσει, αρχικά, το 1972 (υπήρχε και μια προδικτατορική απόπειρα έκδοσης από το Θεμέλιο, αλλά δεν ευοδώθηκε λόγω του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου).

Ο «Λοιμός» είναι ένα βαρύ και βαθύ βιβλίο, συγκλονιστικό θα το έλεγες, που αναφέρεται στον τρόπο μη-ζωής μιας ομάδας ανθρώπων, σ’ ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, κάτω από ένα καθεστώς βασανιστών. Αν και η χωροχρονική ασάφεια θα βοηθούσε το βιβλίο να ξεπεράσει τη βιαιότητα της κατασταλτικής λογοκρισίας (αφού η προληπτική είχε καταργηθεί, για τα έντυπα, από το τέλος του ’69), παρά ταύτα αυτό θα τυπωνόταν ιδιωτικά και όχι από κάποιον εκδοτικό οίκο. Ίσως γιατί όλοι οι υποψιασμένοι θα αντιλαμβάνονταν πως ο Φραγκιάς αναφερόταν στον Νέον Παρθενώνα, το κολαστήριο της Μακρονήσου –στο οποίο θα υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του στην αρχή της δεκαετίας του ’50–, κάτι που ενδεχομένως να δημιουργούσε θέματα στις εκδοτικές επιχειρήσεις. Όπως διαβάζουμε στο πρώτο τεύχος του περιοδικού «Αντί» (Μάιος 1972), στο οποίο δημοσιεύτηκε απόσπασμα του βιβλίου:

«Το σύρμα. Η σκοπολαμίνη. Οι άσπρες μπλούζες και ο ληξίαρχος με τους νεκρούς του. Ανάμεσά τους οι πολύτιμες μύγες, οι δηλωσιογράφοι, οι ανανήψαντες και οι υπεράνθρωποι πεισματάρηδες. Αυτό το εργαστήριο μαζικής παραγωγής ζωντανών πτωμάτων, στο οποίο αναφέρεται ο “Λοιμός” του Αντρέα Φραγκιά είναι κάτι περισσότερο από εφιάλτης. Κάθε σελίδα μια δυνατή γροθιά στο στομάχι. Κάθε στιγμή του πυρωμένο καρφί, που διαπερνά τα μηνίγγια. Όλο μαζί το έργο μια ανελέητη επέμβαση στο νευρικό μας σύστημα, χωρίς την παραμικρή δόση αναισθητικού. Το χειρότερο στην υπόθεση είναι ότι το εργαστήριο αυτό υπήρξε. Μάταιος κόπος. Ο άνθρωπος θα αποδειχτή ακόμη μια φορά πιο δυνατός από το οποιοδήποτε είδος κτήνους. “Η αλήθεια είναι ότι οι εκπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι έζησαν” βεβαιώνει ο συγγραφέας, με τη μία και μοναδική ανάσα που μας επιτρέπει στο τέλος του συγκλονιστικού βιβλίου του. Διαβάζοντας το “Λοιμό” του Αντρέα Φραγκιά νιώθεις τα νύχια μιας αδυσώπητης μνήμης να χώνονται βαθειά σε μια πληγή, που μένει πάντα ανοιχτή, που θα μένη πάντα ανοιχτή, τουλάχιστον τόσο, όσο θα στέκη όρθιος ο Παρθενώνας…»

Παρατηρούμε πως και στο «Αντί» του ’72 δεν ονοματίζονται οι καταστάσεις (προφανές, και αντιλαμβανόμαστε το γιατί) –κάτι που δεν θα εμπόδιζε, πάντως, το βίαιο κλείσιμο του περιοδικού, για την υπόλοιπη ύλη του, αμέσως μετά–, με την τελευταία λέξη (Παρθενώνας) να μαρκάρει με τον πιο σαφή υπαινιγμό το Μακρονήσι. Αυτό το βιβλίο διάβασε ο Βούλγαρης κι έχοντας αυτό κατά νου προχώρησε την ταινία του, η οποία, ως καλλιτεχνικό προϊόν, ανήκει στην πρώιμη Μεταπολίτευση.

Το πρώτο που βλέπουμε-διαβάζουμε στο «Χάππυ Νταίη» είναι πως… «ο χώρος της ταινίας ο χρόνος και τα πρόσωπα είναι φανταστικά», όταν όλοι ξέρουν πως ο χώρος είναι η Μακρόνησος, που σημαίνει πως και ο χρόνος είναι επικαθορισμένος. Γιατί τέτοια σπουδή, για μια ταινία του 1976, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος. Προφανώς, γιατί, ακόμη και το 1976, το κινηματογραφικό έργο πληττόταν βάναυσα από την προληπτική λογοκρισία. Κι επειδή την ταινία του Βούλγαρη τη χρηματοδοτούσε επιπλέον το κράτος, μέσω του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου, ήταν εκείνο που είχε τον τρόπο να επιβάλει τη δική του κινηματογραφική ασάφεια. Τούτο το λέει καθαρά ο Βούλγαρης, σε μια τηλεοπτική συνέντευξή του, για την εκπομπή της ΕΡΤ «Ο έρωτας των πρώτων πλάνων» (έρευνα-δημοσιογραφική επιμέλεια: Έλενα Νεοφωτίστου, σκηνοθεσία: Πάνος Κέκας) από το 1997. Όπως εκεί βλέπουμε και ακούμε:

«Μεγαλώνοντας η γενιά η δικιά μου, η μετά τον Εμφύλιο γενιά, αισθάνθηκε το χρέος να ψάξει την Ιστορία. Μια Ιστορία η οποία πέρναγε δια του προφορικού λόγου. Ή σε ταβέρνες ή σε ανθρώπους που είχαν ζήσει τις εμπειρίες… τα στοιχεία ήταν ελάχιστα. Ίσως μέσα από την ποίηση να είχαν καταφέρει οι ποιητές να περάσουνε την αίσθηση του Εμφυλίου. Ο θεσμός λοιπόν της εξορίας, το πώς ξαφνικά χτυπάει η πόρτα και σε παίρνουνε με μία βαλίτσα και σε στέλνουνε σ’ ένα χώρο αφιλόξενο, ένα ξερονήσι, σε μία φυλακή, ήταν κάτι το οποίο με απασχολούσε στη διάρκεια της δικτατορίας πριν έχω τις δικές μου προσωπικές εμπειρίες (σ.σ. ο Βούλγαρης εξορίστηκε στη Γυάρο, στην τελευταία φάση της δικτατορίας, επί Ιωαννίδη). Προηγήθηκε δηλαδή αυτή η έρευνα. Η οποία έγινε με τον Νίκο τον Μάργαρη, ο οποίος ήταν ένας απ’ τους ανθρώπους που είχανε ψάξει την εποχή και που κυρίως είχε πάρα πολύ υλικό της καθημερινής ζωής της Μακρονήσου. Η Μακρόνησος στο “Χάππυ Νταίη” γίνεται ένα οποιοδήποτε νησί. Δεν χαρακτηρίζεται ως Μακρόνησος.

Κι αυτό, γιατί –για να γίνει η ταινία μέσα από το Κέντρο Κινηματογράφου, που ουσιαστικά ενεργοποιείται μετά τη Μεταπολίτευση– μου ζητήθηκε να αφαιρέσω από το σενάριο οποιοδήποτε χαρακτηριστικό στοιχείο θα έδινε ένα εθνικό ή ένα τοπικό χαρακτήρα. Κι είχα να επιλέξω στο να μην την κάνω την ταινία ή να τα αφαιρέσω αυτά τα στοιχεία. Δηλαδή τα εθνόσημα, το καλιμαύκι του παπά, την ελληνική σημαία… Μου δόθηκε μία λίστα απ’ το Κέντρο Κινηματογράφου, που βάσει αυτής έπρεπε να σκηνοθετήσω. Αυτό που μου έκανε εντύπωση, λοιπόν, από την έρευνα που είχα κάνει ήταν ότι περισσότερο από τα βασανιστήρια, απ’ τα σωματικά βασανιστήρια, την ψυχολογική βία, ήταν οι γιορτές οι ατέλειωτες που γινόντουσαν στη Μακρόνησο και οι οποίες είχαν αφήσει την αίσθησή τους στο στρατό, που είχα υπηρετήσει, ή ακόμα και στις σχολικές γιορτές. Αυτή η πατριδοκαπηλία, η εθνικοφροσύνη μέσα σε εισαγωγικά, με ενδιέφερε περισσότερο από το να αφηγηθώ προσωπικές ιστορίες μαρτυρίες ανθρώπων, που είχαν περάσει από το Μακρονήσι, και αυτές (σ.σ. η έλλειψη των μαρτυριών) ίσως δημιουργήσανε μια αίσθηση πικρίας σε ανθρώπους που είχαν την εμπειρία, την προσωπική εμπειρία, πάνω στο νησί».

Ισχύει αυτό το τελευταίο, που λέει ο Βούλγαρης. Σε πρώτο χρόνο η αριστερά είχε τις επιφυλάξεις της για την ταινία. Και αυτό είχε εκφράσει η συγγραφέας Ιωάννα Καρατζαφέρη (1929-2026) στον «Ριζοσπάστη» (3 Νοέμβρη 1976) σ’ ένα τετράστηλό της υπό τον τίτλο «Μια άλλη άποψη για το “Χάππυ Νταίη”», στο οποίο θα κατέληγε:

«Η θάλασσα ήταν τόσο όμορφη. Τα χρώματα ήταν τόσο όμορφα. Όλα ήταν πάρα πολύ όμορφα. Ακόμα και ο θάνατος ήταν όμορφος. Αλλά γιατί, για να κάνει ένας σκηνοθέτης μια οπτικά ωραία ταινία, να πρέπει να πάρει το θέμα του από την τραγική Μακρόνησο, που η κάθε μια της πέτρα είναι ένα ουρλιαχτό πόνου; Αυτή ήταν η απορία στο κοινό, που έμεινε παθητικό και κρύο, χωρίς καμιά συγκίνηση, χωρίς ούτε ένα θαμπό δάκρυ από τα μαρτύρια των εξόριστων, όπως τα ξέρουμε από γραφτές και προσωπικές μαρτυρίες».

Με λόγο ακόμη πιο αιχμηρό θα εκφραζόταν και ο Βασίλης Ραφαηλίδης (1934-2000) στο «Βήμα» (1 Οκτ. 1976), στη σχετική κριτική του:

«Απογυμνωμένη από το πολιτικό της μπακγκράουντ, η ταινία δουλεύει αποκλειστικά στο επίπεδο του παραδοσιακού ανθρωπισμού με μια αόριστη καταγγελία της βίας και διακηρύσσει μια πίστη στην ενυπάρχουσα στον άνθρωπο καλοσύνη, μεταφυσικώ τω τρόπω. Αυτή ακριβώς η κρυμμένη στον “πυρήνα της συνείδησης” καλοσύνη οδηγεί τον βασανιστή Γιαλλελή στον απαράδεκτο από κάθε άποψη, ακόμη και δραματουργική, εναγκαλισμό με το θύμα του στο τελευταίο πλάνο της ταινίας. Είναι τόσο κραυγαλέα τούτη η ανθρωπιά και το κήρυγμα για συμφιλίωση, που μόνο τούς “συναισθηματικά στρατευμένους” θα μπορούσε να συγκινήσει. Κι αυτοί δεν είναι λίγοι. Πιθανό να συγκινούσε ακόμα και τους σημερινούς κήρυκες της υπερταξικής συναδέλφωσης εν ονόματι του έθνους κ.λπ. Είναι φανερό ποιους υπηρετεί μια τέτοια θέση και θλιβερό που ο Βούλγαρης πιάστηκε στην παγίδα της προσωπικής του ανθρωπιάς, που θα λειτουργούσε ίσως σωστά αν το σενάριό του δεν είχε σαφείς αλληγορικές προθέσεις και υπηρετούσε απλά τον καθημερινό ρεαλισμό. Τούτη η θέση θα μπορούσε κάλλιστα να είναι αποδεκτή. Όμως η σύγχυση του καθημερινού και του ιστορικού είναι οπωσδήποτε λάθος».

Αριστερίστικα και κουλτουριάρικα κείμενα, με αναφορές σε Roland Barthes κ.λπ., υποστηρικτικά προς την ταινία, γράφτηκαν στο περιοδικό «Σύγχρονος Κινηματογράφος ’76», στο τεύχος #11 [Σεπτ.-Νοε. 1976], που είχε στο εξώφυλλό του τον Κωνσταντίνο Τζούμα, από τους Χρήστο Βακαλόπουλο και Μιχάλη Δημόπουλο βασικά. Πως η ταινία δεν υπέκυπτε στις οπτικές απαιτήσεις των «δοξασιών» (!) της παραδοσιακής αριστεράς (Μ.Δ.), πως η μουσική του Σαββόπουλου αδυνατεί να επικοινωνήσει με τον επιστημονικο-ιστορικό λόγο(!) και πως τα χριστουγεννιάτικα μουσικά μέτρα πριν από το «Σχόλιο» αποκαλύπτουν τον ψευτοπροοδευτικό(!) χαρακτήρα του τραγουδιού (Χ.Β.). Η δική μου γνώμη είναι πως επρόκειτο για τελείως άστοχα έως και θλιβερά κείμενα, που προοιώνιζαν τις περισσότερο διαδεδομένες, σήμερα, ακροκεντρώες αφηγήσεις.

Το 1976 τα εφιαλτικά γεγονότα της Μακρονήσου ήταν πολύ κοντινά –ούτε 20 χρόνια δεν είχαν περάσει από τότε που είχε κλείσει το στρατόπεδο–, με τις μνήμες να είναι εντελώς νωπές. Και όχι μόνο από τη Μακρόνησο, αλλά και από του άλλους τόπους εξορίας που είχαν ξανανοίξει επί δικτατορίας (ακόμη πιο πρόσφατα δηλαδή), μαζί με τα βασανιστήρια στο ΕΑΤ-ΕΣΑ και με το φορτισμένο κλίμα, που είχαν δημιουργήσει οι δίκες «των πρωταιτίων», του «Πολυτεχνείου» και «των βασανιστών», που είχαν εξελιχθεί μέσα στο ’75.

Μπορεί, σήμερα, να φαίνεται τολμηρή η τελική σκηνή του εναγκαλισμού του Γιαλελή (ανανήψας) και του αρνούμενου να υπογράψει (Καλάρογλου), υποβάλλοντας όχι την αίσθηση, αλλά τη βεβαιότητα μιας εθνικής συμφιλίωσης, που εκκινεί από την πλευρά του ανανήψαντος, δηλαδή του βασανιστή, όμως αυτό, στην τότε συγκυρία, δεν θα μπορούσε με τίποτα να το «καταπιεί» η Αριστερά. Ο… καλός βασανιστής (γιατί, απ’ ό,τι φάνηκε, υπήρχαν και… τέτοιοι, κρίνοντας από την αθώωση των Μπάμπαλη-Μάλλιου στο δικαστήριο) ήταν ένα ανιστόρητο εφεύρημα, που αντέβαινε την πραγματικότητα και που δεν υπήρχε ουδεμία περίπτωση να λειτουργήσει είτε λογικά είτε συναισθηματικά (πρωτίστως στον κόσμο της αριστεράς, στον οποίο απευθυνόταν, κατά κύριο λόγο, η ταινία).

Παρά ταύτα, παρά την τελευταία σκηνή εννοώ, που θα μπορούσε κάλλιστα να απουσιάζει, χωρίς να χάνει κάτι ο θεατής –καθώς είναι ξεκομμένη και από το δεύτερο και τελευταίο μέρος της ταινίας, το μέρος της γιορτής–, το «Χάππυ Νταίη» αξίζει να το δει κανείς και στις μέρες μας. Αξίζει, δηλαδή, να θαυμάσει την άψογη κινηματογραφική αφήγηση του Βούλγαρη (ίσως η ωραιότερη, σκηνοθετικά, ταινία του), την μυστηριακά ωραία και μοναδικά φωτισμένη φωτογραφία του Γιώργου Πανουσόπουλου, που δίνει, παράξενο πώς, έναν ειδυλλιακό χαρακτήρα στο ξερό και άνυδρο περιβάλλον της Μακρονήσου (ακόμη κι αυτό θα μπορούσε να κριθεί ως «επικίνδυνο» ιδεολογικά – η ωραιοποίηση ενός τόπου μαρτυρίου εννοούμε), το στρωτό μοντάζ του Αριστείδη Καρύδη-Fuchs, τα μελετημένα σκηνικά και κοστούμια του Γιάννη Καλαϊτζή, τις επιτηδευμένα ναΐφ χορογραφίες του Γιάννη Φλερύ, τη φοβερή ηχητική μπάντα του Θανάση Αρβανίτη (τα βουίσματα των μυγών, τα τριζόνια και οι φωνές-παραγγέλματα από τα μεγάφωνα σε στοιχειώνουν), τις παρουσίες όλων των ηθοποιών, με πολύ δυνατό ανάμεσά τους τον Νίκο Μπουσδούκο (ανακριτής-βασανιστής), που όλως περιέργως ήταν ο μόνος που δεν τιμήθηκε στο φεστιβάλ (γιατί; επειδή στο πρόσωπό του θα επιβραβεύονταν, τάχα, οι αληθινοί βασανιστές;), των στρατιωτών-κομπάρσων, που… ευγενώς θα παραχωρούσε το υπουργείο Εθνικής Αμύνης επί Ευάγγελου Αβέρωφ (με τον οποίο είχε έρθει σε επαφή, για ζητήματα της ταινίας, ο Γεώργιος Μαύρος της ΕΔΗΚ, συγκρατούμενος του Βούλγαρη στη Γυάρο το πρώτο επτάμηνο του ’74), και βεβαίως της ξεχωριστής μουσικής του Διονύση Σαββόπουλου.

Στο «Χάππυ Νταίη» δεν υπάρχει πολύς λόγος και δεν υπάρχουν, βασικά, πρωταγωνιστές. Αν εξαιρέσεις τη λιπόσαρκη φιγούρα του ιερέα Κωνσταντίνου Τζούμα (Κώστας τότε), που διαπερνά όλη την ταινία (κάτι σημαίνει αυτό), όλοι οι υπόλοιποι ρόλοι αφομοιώνονται από το σύνολο, που είναι ο τόπος και οι καταστάσεις που εξελίσσονται εκεί – δίχως αναγκαστικά τους ρόλους σε πρώτο πλάνο.

Η ταινία είναι, επίσης, δισυπόστατη. Με τα 2/3 της, χοντρικά, να αφορούν το παράλογο και βασανιστικό της καθημερινής ζωής στο στρατόπεδο, και με το τελευταίο 1/3 της να έχει να κάνει με την άφιξη των επισήμων στο ξερονήσι και την επακόλουθη, προς τιμήν τους, γιορτή. Από την οθόνη περνούν πολύ ωραία πλάνα, και σε κάποια απ’ αυτά, βλέπουμε –είμαι σχεδόν σίγουρος– τη νεαρή τότε Μελίνα Καρακώστα (1959-2007), κόρη της Ζωρζ Σαρρή και στην αληθινή ζωή και μάλλον και στην ταινία (αν υποθέσουμε πως η Σαρρή, ως «Μητέρα», υποδύεται την τότε βασίλισσα Φρειδερίκη, τότε η Καρακώστα υποδύεται την πριγκίπισσα Σοφία), μπασίστρια του ροκ συγκροτήματος Σπυριδούλα λίγα χρόνια αργότερα, συγγραφέας κ.λπ., όπως βλέπουμε και τον αληθινό Τζίμη τον Τίγρη, και όχι τον Σπύρο Καλογήρου (πρωταγωνιστή της φερώνυμης μικρού μήκους ταινίας του Βούλγαρη, μέσω της οποίας θα γινόταν γνωστός ο σκηνοθέτης το 1966). Περάσματα από την ταινία κάνουν πολλοί, όπως ο Δημήτρης Πουλικάκος, ο Γιάννης Μποσταντζόγλου, ο Κώστας Στεφανάκης, ο μίμος Τζακ Νάιτ, ο παλαιστής Αντρέας Χαρακόπουλος, ενώ δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη η πολύ ωραία φιγούρα του Σταύρου Καλάρογλου, ενός (ερασιτέχνη;) ηθοποιού, που έχει εμφανιστεί μόνο σε ταινίες του Βούλγαρη.

Τώρα, με ποιον τρόπο ανακατεύτηκε ο Σαββόπουλος με το «Χάππυ Νταίη» θα το έγραφε ο ίδιος στο οπισθόφυλλο του σάουντρακ, που θα κυκλοφορούσε από τη Lyra τον Σεπτέμβριο του ’76, λίγες μέρες πριν από την προβολή της ταινίας στο φεστιβάλ. Σημειώνουμε εδώ το ωραίο εξώφυλλο του Αλέξη Κυριτσόπουλου, αν και αρχικά θα τυπωνόταν ένα τελείως διαφορετικό cover, με μια φωτογραφία από την ταινία, η οποία στο δεύτερο-γνωστό εξώφυλλο θα έμπαινε στο back cover. (To πρώτο εξώφυλλο είναι πολύ σπάνιο και η φωτογραφία που βλέπετε ανήκει στον συλλέκτη-δισκοπώλη Κώστα Ματσούκα). Θα έγραφε λοιπόν ο Σαββόπουλος:

«Έρχεται ο Παντελής με κάτι παπούτσια κρεπ και ζητάει τραγούδια με σαξόφωνο και ακκορντεόν να στήσει μια γιορτή στο στυλ της Μακρονήσου δυο μήνες πριν το φιλμάρισμα. Εκεί. Τίποτε πιο εύκολο. Αναψυκτήρια του Αιγάλεω, “στο στάδιο όλοι”, καψιμί, ξύλινη εξέδρα, μεγάφωνα, αέρας, διάφορα άσκημα ρετρό, ύστερα πάλι ο αέρας. Την πρώτη νύχτα στην παλιά στρατώνα πετάγομαι πάνω μούσκεμα. Όλοι αυτοί στα ζαχαροπλαστεία και στα γραφεία κάποτε πέρασαν από δω. Αυτός ο χώρος δεν είναι του παρελθόντος, είναι τώρα (και) μας σκάβει το λάκκο…».

Πολλά χρόνια αργότερα (2025) ο Σαββόπουλος θα έγραφε στην αυτοβιογραφία του «Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα» (εκδόσεις Πατάκη):

«Πήγα κι εγώ στη Μακρόνησο, όπου ήταν όλος ο κόσμος της ταινίας. Άλλοι ντυμένοι αξιωματικοί και φαντάροι, άλλοι φτωχοντυμένοι εξόριστοι που κατέφθαναν, χώρια οι τεχνικοί και οι βοηθοί του συνεργείου. Η παραγωγή είχε ψευτοεπισκευάσει τους παλιούς ερειπωμένους θαλάμους των εξορίστων και έβαλε μέσα ράντζα για να κοιμόμαστε. Έστησε και αντίσκηνα. Έφερε και μαγείρους, είχαμε συσσίτιο τρεις φορές την ημέρα. Το πρωί έδειχνα τα τραγούδια στους ηθοποιούς, μετά γυριζόταν η σκηνή, γινόταν διάλειμμα για φαγητό, και ύστερα συνεχίζαμε ως το βράδυ(…). Μετά που ηχογραφήσαμε τη μουσική και τα τραγούδια στο Polysound πέσαμε κατά τύχη πάνω στον Αλέκο Σακελλάριο, και μας έκανε για πλάκα πώς ζουζουνίζει η μύγα γύρω απ’ το πτώμα και πώς προσγειώνεται πάνω του! Του ζήτησα να μας το κάνει και στο μικρόφωνο. Ήταν τέλειος μίμος ο θείος Αλέκος. Τον βάλαμε στην αρχή της πρώτης πλευράς. Έτσι ξεκινάει ο δίσκος».

Η μουσική, που θα χρησιμοποιηθεί στην ταινία, ήταν λίγη συνολικά. Παρά ταύτα το σάουντρακ «Happy Day» έχει σωστή διάρκεια, καθότι ο Σαββόπουλος δισκογράφησε και tracks που δεν ακούγονταν στην ταινία. Τα σημειώνει ο ίδιος στο back cover. Είναι το πρώτο θέμα στα «Οργανάκια», το τραγούδι «Σχόλιο», το τραγούδι «Νινόν» (όπως το λέει εκείνος) και το οργανικό τού «Έξοδος».

Το «Νινόν» ο Σαββόπουλος πρέπει να το είχε ηχογραφήσει, ερασιτεχνικά με την κιθάρα του, καιρό πριν από την ταινία, έχοντας διαβάσει το ποίημα «Ήρθ’ ο καιρός» του Ορέστη Λάσκου (1907-1992), όπως εκείνο είχε αναδημοσιευθεί στον τόμο των απάντων του «Αγριόχηνες» (Ιδιωτική Έκδοση, 1972). Προφανώς το ποίημα τον είχε εντυπωσιάσει, για να το μελοποιήσει (ως γνωστόν ο Σαββόπουλος μελοποίησε ελάχιστα μη δικά του στιχάκια). Η πρώτη δημοσίευση του ποιήματος προερχόταν από τη συλλογή του Λάσκου «Το φιλμ της ζωής» («Τα Χρονικά», 1934) και στην πλήρη μορφή του είχε ως εξής:

ΗΡΘ’ Ο ΚΑΙΡΟΣ

Ήρθ’ ο καιρός, που ο Ουρανός σαν Τροβατόρε αλλοτινός,/ θλιμμένος φόρεσε ξανά τη σκοτεινή του μπέρτα,/ και παίζει ατέρμονα σολίστ μια κάποια σύνθεση του Λιστ,/ ο βιρτουόζος ο άνεμος στα βραδυνά κονσέρτα!…

Ήρθ’ ο καιρός, που αναριγεί σαν μια τρεμή μαρμαρυγή / τ’ άρρωστο φως των λαμπιονιών μεσ’ στα νερά του δρόμου,/ κι’ ακούς των δέντρων τα κλαδιά στην κατασκότεινη βραδυά,/ μια τραγωδία να παίζουνε της φρίκης και του τρόμου!…

Ήρθ’ ο καιρός, που οι βάρκες πια, με τα σκεβρά τους τα κουπιά,/ στο λιμανάκι το μικρό τρυπώνουν τρομαγμένες,/ κι’ οι ωχρές παρθένες του χωριού, στο τρέμον φως του λυχναριού,/ κάποιο ρομάντζο ερωτικό διαβάζουν δακρυσμένες!…

Ήρθ’ ο καιρός, που η συντροφιά των μορφωμένων, μ’ ακεφιά,/ στην πρέφα μάταια προσπαθεί την πλήξη της να πνίξη,/ ενώ ένας νειός, πιο κει, βουβός, γράφει ένα γράμμα στο Νταβός/ κάποιου αδερφού του, που γοργά τον τάφο του θ’ ανοίξη!…

Κι’ ήρθ’ ο καιρός Νινόν που λες, που απ’ τις οδύνες τις πολλές,/ συντρίμι μένω στη γωνιά μεσ’ στον βαρύ χειμώνα,/ κι’ ώρες να ’ρθης παρακαλώ καμμιά βραδυά με το καλό, / μεσ’ την καρδιά μου μια μικρή να φέρης μου ανεμώνα!…

Ο Σαββόπουλος είχε «πιάσει» από την αρχή κάτι από το ύφος των γιορτών της Μακρονήσου, παραλληλίζοντάς το με εκείνο των λαϊκών αναψυκτηρίων της εποχής του. Και πάνω σ’ αυτήν τη βάση ο ενορχηστρωτής Σαράντης Κασσάρας θα έκανε θαύματα με τη «Νινόν» (έξοχες οι συνηχήσεις και οι εναλλαγές των πνευστών). Όμως ποιος θα ήταν ο τραγουδιστής; Ο Σώτος Σιδηρόπουλος τραγουδούσε ελαφρά στα αναψυκτήρια του Αιγάλεω εκείνα τα χρόνια, αλλά ο Σαββόπουλος θα διάλεγε έναν άλλο Σώτο, τον Παναγόπουλο, για να πει το τραγούδι του. Δεν ξέρω αν ο Παναγόπουλος είχε τραγουδήσει στη Μακρόνησο, για να «ψυχαγωγήσει» τους στρατιώτες και τους εξορίστους, πάντως ήταν από τους «εθνικούς» τραγουδιστές επί επταετίας. Η επιλογή του Παναγόπουλου ήταν ιδανική θέλω να πω και σε επίπεδο «συμβόλου», πέρα από τα υψηλά φωνητικά προσόντα που διέθετε ο άνθρωπος και που θα του επέτρεπαν να προσφέρει μια ξεχωριστή ερμηνεία.

Ένα επόμενο σημαντικό τραγούδι, που θα ακουγόταν στον δίσκο ήταν το «Λαϊκός τραγουδιστής» (γνωστό και ως «Θητεία») με τον Μιχάλη Μενιδιάτη. Λαϊκά ακούγονταν στη Μακρόνησο, αλλά έχω τη γνώμη πως δεν ακούγονταν «ανοιχτά», και μάλιστα για να διασκεδάσουν τους τότε βασιλείς (Παύλος και Φρειδερίκη), κατά την επίσημη επίσκεψή τους στο ξερονήσι (24 Μαρτίου 1949). Σ’ αυτές τις περιπτώσεις κυριαρχούσαν κάποια δημοτικά και δευτερευόντως κάτι ανώδυνα χορωδιακά, όπως και τα ελαφρά.

Ο Σαββόπουλος δεν θα ανακατευόταν για πρώτη φορά, εκείνη την εποχή, με το λαϊκό, καθώς το 1975 είχε τραγουδήσει τον «Καθρέφτη», μαζί με τον ρεμπέτη Μπαγιαντέρα. Καταφανώς επηρεασμένος από τον εύθυμο και… ματζόρε Μπαγιαντέρα θα έγραφε τον «Λαϊκό τραγουδιστή» του την επόμενη χρονιά. Ο Μενιδιάτης, εν τω μεταξύ, εκείνη την εποχή ανήκε στην ίδια εταιρεία με τον Σαββόπουλο (Lyra-Zodiac) και ήταν μια ανέξοδη επιλογή – υπό την έννοια πως το τραγούδι δεν θα μπορούσε να το πουν ο Καζαντζίδης (Minos), ο Διονυσίου (Columbia), ο Γαβαλάς (Minos, Panivar) ή ο Αγγελόπουλος (Pan-Vox). Ο Άκης Πάνου έγνεψε θετικά και το τραγούδι ερμηνεύτηκε από έναν μεγάλης κλάσης λαϊκό τραγουδιστή, εξίσου σημαντικό με τους προαναφερθέντες (όπως ήταν ο Μενιδιάτης), με τον οποίον και ταυτίστηκε. Στην ταινία, βεβαίως, η «Θητεία» ακούγεται playback από τον ηθοποιό Δημήτρη Μελέτη.

Πέρα απ’ αυτά τα δύο τραγούδια στο σάουντρακ ακούγονταν και χορωδιακά άσματα, με κάποια στιχάκια («πόση καλοσύνη», «βάλε σουρντίνα», «λίγοι και φτωχοί», «πιστέψαμε σε λόγια πλάνα») να προέρχονται από λόγια αγνώστων που είχαν δημοσιευθεί σε έντυπα των ταγμάτων Μακρονήσου, όπως διαβάζουμε στο back cover, κάπου ακούγεται το γνωστό ελαφρό ρεμπετοειδές «Το γελεκάκι» των Σπύρου Ολλανδέζου-Γιάννη Θεοδωρίδη, το «Χαμογελάστε» του κονφερασιέ στην ταινία Μιχάλη Μπαλή (μουσική Δ. Γεροντάκης, στίχοι Όμηρος Αθηναίος-Μ. Μπαλής), ορχηστρικά θέματα του Σαββόπουλου με επιρροές από το ελαφρό (τανγκό), από την παράδοση, το σμυρναίικο-ρεμπετολαϊκό ή τα εμβατήρια και ενοργανωμένα για μακεδονικό ασκό, κλαρίνο, κρουστά, μπουζούκι, βιολί, φλογέρα κ.λπ., και πάνω απ’ όλα το τραγούδι «Σχόλιο», ένα από τα πιο σημαντικά και φορτισμένα τραγούδια του, με τέσσερα μέτρα της μελωδίας να προέρχονται από αγγλικό χριστουγεννιάτικο ύμνο (όπως επίσης διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο). Λεπτομέρειες… Το τραγούδι είναι 100% Σαββόπουλος, βασικά λόγω στίχων και ερμηνείας.

Εκείνη την εποχή ο Σαββόπουλος δεν είχε κόψει τους δεσμούς του με την ευρύτερη αριστερά – παρότι δεν ανήκε σε κόμματα πλέον, όπως ανήκε στα 18 του, όταν βρισκόταν στην ΕΔΑ. Μπορεί να έκανε έμμεση κριτική στο ΚΚΕ ήδη από τα «10 Χρόνια Κομμάτια» (1975), αλλά ο ίδιος θα περιφερόταν στον ευρύτερο «προοδευτικό» χώρο μέχρι και το σκάνδαλο Κοσκωτά (1987-88). Μια εποχή ήταν κοντά στο ΚΚΕ εσωτ. (θα εμφανιζόταν εξάλλου στο 4ο Φεστιβάλ Αυγής-Θούριου τον Σεπτέμβρη του ’80, μαζί με την Οπισθοδρομική Κομπανία), είχε τραγουδήσει σε εκδηλώσεις ελευθεριακών (στη συναυλία στο Σπόρτιγκ, τον Μάρτιο του 1980, λίγες μέρες πριν από τους Police, για την απελευθέρωση του Φίλιππα και της Σοφίας Κυρίτση), στεκόταν κριτικά απέναντι στην τότε ΕΟΚ, είχε υποστηρίξει εμμέσως το ΠΑΣΟΚ («μα την εύχομαι την αλλαγή» είχε πει λίγο πριν από τις εκλογές του ’81, στα «Νέα», στον Πηλιχό), με τα «Τραπεζάκια Έξω» (1983) να συμπυκνώνουν και να αντανακλούν το κύμα ευφορίας που απλωνόταν στην κοινωνία στα πρώτα δυο-τρία χρόνια της «Αλλαγής». Την εποχή που μας αφορά είχε πει πολλά σε μία άλλη συνέντευξή του στον «Ταχυδρόμο» (Αύγουστος 1975) στον Γιώργο Πηλιχό κι ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα είναι τούτο:

«(…) Ωστόσο κι άλλοι πολλοί με βοήθησαν στη δουλειά μου. Γνωστοί και άγνωστοι. Πολλές φορές χωρίς να το ξέρουν. Με βοήθησαν ακόμα και αυτοί που με ταλαιπώρησαν. Εκείνος ο γελοίος ο στρατιώτης, που με κυνηγούσε μ’ ένα μαχαίρι στην οδό Χέυδεν, τον Μάρτη του ’70, ακόμα κι εκείνα τα ζώα που μου κάνανε τα πόδια να, τον Αύγουστο του ’67 στην ταράτσα (σ.σ. στην Ασφάλεια της οδού Μπουμπουλίνας).(…) Τώρα αν με ρωτούσες: είναι αυτός ένας λόγος για να μείνουν ατιμώρητοι; Θα απαντούσα: όχι βέβαια. Αλλά δεν θα καταδεχτώ ποτέ να κατέβω στο επίπεδο των βασανιστών μου και να αντιδικήσω μαζί τους. Η Πολιτεία όφειλε να με καλύψει και ν’ αναλάβει εκείνη αυτή τη δουλειά. Δεν το έκανε. Κακό του κεφαλιού της! Έχασε μια ευκαιρία να κερδίσει λίγη απ’ την εμπιστοσύνη μου. Ξέρει πολύ καλά ποιους πρέπει να τιμωρήσει και δεν της χρειάζεται η δική μου καταγγελία. Κάνει πως δεν καταλαβαίνει. Η γνώμη μου γι’ αυτήν παραμένει η χειρότερη δυνατή, και νομίζω ότι ο ελληνικός λαός δεν απέχει πολύ απ’ το να συμφωνήσει. Έτσι όπως πάνε θα μας καταντήσουν σιγά-σιγά εξόριστους μέσα στην ίδια μας τη χώρα».

Μέσα από αυτήν τη φόρτιση θα προκύψει λίγους μήνες αργότερα το «Σχόλιο», που δεν ακούγεται στην ταινία ως γνωστόν (αναμενόμενο εδώ που τα λέμε, καθότι τραγουδιέται η λέξη «Μακρονήσι»). Ένα τραγούδι μνήμης του Σαββόπουλου, ένας ύμνος για τους ανθρώπους που βούλιαξαν, που βασανίστηκαν ή και που δολοφονήθηκαν ακόμη στα κάτεργα των ξερονησιών και όπου αλλού – κάτι μεγάλο και βαθύ, σε κάθε περίπτωση, που θα τον οδηγούσε, πρώτον, να αρνηθεί το βραβείο μουσικής του φεστιβάλ για το «Χάππυ Νταίη» (προσωπικά έχω τη δική μου εξήγηση γι’ αυτό) και δεύτερον να πει το «Σχόλιο», φορτισμένα και ζωντανά, έτσι, ως απάντηση σε όλα αυτά και σ’ άλλα ακόμη, στο κλου της βραδιάς, έχοντας μπροστά του τον κόσμο, και πίσω του μια παράξενη κριτική επιτροπή (Γ. Π. Σαββίδης, Θόδωρος Αγγελόπουλος, Απόστολος Μαγγανάρης, Φιλοποίμην Φίνος, Τώνης Τσιρμπίνος, Γρηγόρης Δανάλης, Μελίνα Μερκούρη, Μάνος Λοΐζος, Αντώνης Σαμαράκης), η οποία δεν ήταν εύκολο να αντιληφθεί τι ακριβώς συνέβαινε μπροστά της, εκείνη τη στιγμή, καθώς ακούγονταν τούτα τα συντριπτικά λόγια…

«Ξέρω ανθρώπους σαν κι εσάς / που μου λεν “μην τα ρωτάς / γύρω στο ’48 πέρασα από ’κει κι εγώ / ήταν μέρες φοβερές / η Μακρόνησο που λες”»…

Πηγή: https://www.lifo.gr

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ

Έως τις 10 Νοεμβρίου αναμένεται να ανοίξει η πλατφόρμα για τις αιτήσεις – Τα εισοδηματικά και περι…
Η Margaret Qualley πρωταγωνιστεί σε μια ιστορία για τον έρωτα, την απώλεια και τις φορές που χρειά…
Είναι σούπερ τραγανά εξωτερικά, πολύ μαλακά, απολαυστικά και αρωματικά εσωτερικά. Τα μοσχαρίσια κε…
Με ιδιαίτερη χαρά και ανυπομονησία, η ομάδα μας ετοιμάζεται να συμμετάσχει στο Ερασιτεχνικό Φεστιβ…
Η φέτα μπαίνει στον πολυκόφτη μαζί με λάδι και γίνεται μια λεία κρέμα -ντρέσιγνγκ για αυτή τη χορτ…
Για πρώτη φορά ο οδηγός Michelin βραβεύει εστιατόρια και εκτός Αθηνών. Ανακοινώθηκαν τα αστέρια…

ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Για 8η χρονιά περπατάμε μαζί για την πρόληψη του Καρκίνου του Μαστού στο Αργοστόλι
22 Οκτωβρίου 2026
Για 8η συνεχόμενη χρονιά η συμβολική περιπατητική διαδρομή του Δήμου Αργοστολίου για την ενημέρωση…
Δήμος Ληξουρίου: Πρόγραμμα Εορτασμού Εθνικής Επετείου 28ης Οκτωβρίου
22 Οκτωβρίου 2026
26 η Οκτωβρίου 2026 ημέρα Δευτέρα: Γενικός σημαιοστολισμός από 8 ης πρωινής ώρας της 26 ης Οκτω…
Συνεχίζονται οι Βραδιές Γαλλικού Κινηματογράφου στην Alliance Française Αργοστολίου
22 Οκτωβρίου 2026
Φίλες και φίλοι – chers amis, Με αφορμή την ολοκλήρωση της «Εβδομάδας της Γεύσης» — η οποία σε…
Μουσική και χοροί ένωσαν Ελλάδα και Σερβία σκηνή του Δημοτικού θεάτρου Αργοστολίου «Ο Κέφαλος» [21.10.2026]
22 Οκτωβρίου 2026
Μια βραδιά αφιερωμένη στη λυρική τέχνη, την παραδοσιακή μουσική και τον χορό πραγματοποιήθηκε την…

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ

Odd Frame: Διασώζοντας τις φωνές και τις μνήμες της Κεφαλονιάς του ’53
20 Οκτωβρίου 2026
Οι σεισμοί του 1953 παραμένουν ζωντανοί στη μνήμη της Κεφαλονιάς, μέσα από τις αφηγήσεις των ανθρώ…
Aiora Project: Η μουσική που τους ενώνει και η Κεφαλονιά που τους κέρδισε!
9 Οκτωβρίου 2026
Η μουσική δεν γνωρίζει σύνορα και το Aiora Project είναι η απόδειξη! Ο Παναγιώτης Κυριαζίδης και ο…
TheBarDocs: Μια πρωτοποριακή προσέγγιση που αλλάζει τα δεδομένα στον χώρο της εστίασης
2 Οκτωβρίου 2026
Οι TheBarDocs φέρνουν μια ξεχωριστή προσέγγιση στον χώρο της εστίασης, συνδυάζοντας την επαγγελματ…
Χαροκόπειο Εργαστήριο Κεφαλονιάς: Μια τέχνη που περνά από γενιά σε γενιά
23 Σεπτεμβρίου 2026
Υπάρχουν συζητήσεις που σε κάνουν να κοιτάξεις με άλλο μάτι κάτι γνώριμο. Μια τέτοια όμορφη κουβέν…
Επισκόπηση απορρήτου

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookie ώστε να μπορούμε να σας παρέχουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία χρήστη. Οι πληροφορίες cookie αποθηκεύονται στο πρόγραμμα περιήγησης σας και εκτελούν λειτουργίες όπως η ανάγνωση σας όταν επιστρέφετε στον ιστότοπο μας και η βοήθεια της ομάδας μας να κατανοήσει ποιες ενότητες του ιστοτόπου θεωρείτε πιο ενδιαφέρουσες και χρήσιμες.